πεθαίνεις μόνο μια φορά

Αν θέλεις να γίνει σωστά η δουλειά, θα κάνεις αυτό ακριβώς που σου λέω. Δε θα μιλάς, δε θα ρωτάς, απλά θα ακολουθείς τις οδηγίες μου, σαν αυτά που σου λέω να είναι οι Δέκα Εντολές και εγώ ο Θεός. Έτσι θέλω να με σκέφτεσαι, σαν τον Θεό και αν κάτι δεν πάει καλά, να ξέρεις ότι θα το ξέρω, πριν καν σκεφτείς πως να τα μπαλώσεις. Μπορείς να με λες Θεό ναι, αλλά νάσαι βέβαιος ότι είμαι από εκείνους που δεν συγχωρούν.

Στο φάκελο που θα βρεις στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου σου, υπάρχουν διευθύνσεις, ονόματα και οδηγίες. Το δικό σου το όνομα δεν χρειάζεται να το ξέρεις, θα μπορούσε να είναι αριθμός, χρώμα ή κάποια ινδιάνικη ονομασία, χωρίς την παραμικρή διαφορά. Έτσι και αλλιώς, ξέρεις ήδη ότι σε αυτό το παιχνίδι που εσύ ονομάζεις ζωή, τις περισσότερες φορές το όνομα που κουβαλάς είναι κάποιο που σου δίνεται παρά κάποιο που εσύ επιλέγεις, οπότε μην μπεις καν στον κόπο να συστηθείς, άσε τη μοίρα να παίξει το δικό της παιχνίδι. Όλα τα άτομα που θα συναντήσεις στο δρόμο σου, έχουν λόγο που υπάρχουν στο συγκεκριμένο μέρος την συγκεκριμένη στιγμή και αν δεν ήταν αυτά, θα ήταν κάποια άλλα. Κάθε επιλογή που κάνεις την έχω κάνει εγώ πριν από σένα και αν αρχίσεις να αυτοσχεδιάζεις, θα είναι επειδή εγώ θα σε έχω ωθήσει σε αυτό το σημείο.

Ξέρω ότι φοβάσαι. Αυτό διαχωρίζει εσένα από μένα, ο φόβος. Και αυτό αισθάνεσαι τώρα που παίρνεις όλες αυτές τις οδηγίες, ένα συναίσθημα που κάνει τους παλμούς σου να αυξάνοντα και κάνει το ύφασμα που περιβάλλει το μέρος της καρδιάς σου να πάλλεται. Όμως δεν έχεις επιλογή να μη φοβάσαι, δες το ως διαταγή ή ως ευλογία, ώστε απόψε να νιώσεις πιο ζωντανός. Ο φόβος σου είναι αυτός που απόψε θα σου δίνει παλμό.

Θα ακολουθήσεις το αυτοκίνητο που προπορεύεται. Μην του ανάψεις τα φώτα αν πηγαίνει σιγά, μην του κορνάρεις αν αργεί να ξεκινήσει στο φανάρι, κράτα μια απόσταση και πάνω από όλα μην κάνεις τίποτα που θα τον κάνει να αλλάξει τον ρουν της διαδρομής που έχει επιλέξει ή τον έχει επιλέξει για σήμερα και γίνε ο διπλανός κρίκος στην αλυσίδα: Να μην μπορείς να πας πουθενά αν δεν πάει και εκείνος εκεί.

Η συνοικία στην οποία θα περιδιαβαίνει ο σιωπηλός σου συνοδοιπόρος θα είναι κάποια στην οποία δεν έχεις πάει πρόσφατα, αλλά θα είναι γνώριμο το ξένο τοπίο, όσο και αν δεν θα μπορείς να θυμηθείς πότε ή αν έχεις ξαναβρεθεί εκεί. Το προπορευόμενο αυτοκίνητο θα στρίψει σε ένα μικρό δρομάκι. Εσύ θα σβήσεις τα φώτα και θα ακολουθήσεις από απόσταση. Ο τύπος θα κατέβει και θα μπει από μια μεταλλική πόρτα με κόκκινο χρώμα, όπου η φωτεινή επιγραφή από νέον θα τρεμοσβήνει. Φτάνοντας πιο κοντά, θα συνειδητοποιήσεις ότι η επιγραφή έχει σχεδόν σβήσει ολοκληρωτικά και τα μόνο δύο γράμματα που δεν έχουν ακόμα πάρει την απόφαση να πεθάνουν είναι ίδια με τα αρχικά του ονόματος σου και αυτό μάλλον φτάνει για να σιγουρευτείς: Είσαι στο σωστό μέρος.

Θα προχωρήσεις μέσα και θα αντιληφθείς ότι είναι ένα μπαρ, σαν αυτά που βλέπεις στις ταινίες με κάτι τύπους τελειωμένους που δε θα γύριζαν να κοιτάξουν ποιος μπήκε μέσα, ούτε αν κράταγες πιστόλι στο οποίο βίδωνες γεμιστήρα φτιαγμένο από θόρυβο, σημαδεύοντας με ύφος που δεν φέρει οίκτο, κορμιά που κοίτονται γυρμένα προς την μπάρα. Θα παραγγείλεις ένα ποτό, οποιοδήποτε ποτό που είσαι σίγουρος ότι ο μπάρμαν θα έχει εύκαιρο, χωρίς να χρειαστεί να μπεις σε διαδικασία συζήτησης μαζί του. Τα κοκτέιλ απαγορεύονται, το ποτό που έπαιρνες πάντα για να εντυπωσιάσεις τις γκόμενες επίσης, εδώ θα πιεις το πιο συνηθισμένο, απλό ποτό που θα χυθεί στο ποτήρι σου μόνο του, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο και το οποίο δε θα κάνει την παρουσία σου ξεχωριστή. Ο τύπος από το προπορευόμενο αυτοκίνητο θα κάθεται στην άλλη άκρη του μπαρ και θα είναι και αυτός παράταιρη πινελιά όπως εσύ. Πριν προλάβεις να αναρωτηθείς ποιος είναι αυτός και γιατί έπρεπε να τον συναντήσεις, θα σου κάνει νόημα να πλησιάσεις.

Θα δυσκολευτείς λίγο να τον καταλάβεις στην αρχή, γιατί η φωνή του θα είναι μπάσα και γηρασμένη, ενώ η ανάσα του θα βρωμάει ταμπάκο, με τα επτά προηγούμενα τσιγάρα του να έχουν πάρει διαφορετικές πόζες θανάτου στο τασάκι που θα έχει δίπλα στο ποτό του. Οι λέξεις αρχικά θα βγαίνουν με δυσκολία και για άλλο ένα λόγο όμως. Γιατί αυτά που θα σου πει δεν θα είναι εύκολο να τα πει κάποιος, αλλά θα δεις ότι μετά από τρία ουίσκι θα έχει αποκτήσει τέτοια ευφράδεια και τέτοιο ειρμό, σαν να ήταν λέκτορας πανεπιστημίου. Θα σου πει ότι για να είσαι εσύ εκεί αυτή τη στιγμή, ένας από τους δύο σας θα πρέπει να είναι ήδη νεκρός, γιατί “η ζωή του ενός σημαίνει τον θάνατο του άλλου. Αν εσύ είσαι ζωντανός, τότε εγώ που κουβαλάω το ίδιο όνομα, γεννήθηκα από την ίδια μάνα, την ίδια ώρα και ημέρα θα πρέπει να είμαι νεκρός. Το μόνο που θα με έσωζε είναι να είσαι εσύ νεκρός και να μην το ξέρεις.” Ο κόσμος σου θα ταρακουνηθεί, θα προσπαθήσεις άμεσα να σκεφτείς αν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που σου είπε, αν όντως είσαι νεκρός ή αν μιλάς με κάποιον νεκρό και αν είσαι νεκρός και ο άλλος ζωντανός, πως το ζεις όλο αυτό, πως μιλάς, πως σκέφτεσαι, πως νιώθεις συναισθήματα των ζωντανών. Οι άμυνες σου δε θα σε αφήσουν να αφήσεις κάποιον άλλο στο βασίλειο των ζώντων και εσύ να πας στο υπερπέραν και θα του πεις ότι μάλλον ήπιε πολύ και δεν ξέρει τι λέει.

Εκείνος θα συνεχίσει: “Θα πεθάνεις σε ένα φριχτό αυτοκινητιστικό ατύχημα. Μαζί σου θα είναι και η γυναίκα σου και οι δύο σου κόρες που θα σωθούν γιατί η σύγκρουση θα είναι πλαγιομετωπική από την θέση του οδηγού και μάντεψε ποιος θα οδηγάει. Όχι, δεν θα δεις κανένα από ψηλά, όχι δεν θα μάθεις αν σε έκλαψαν και ποιοι στην κηδεία σου. Όταν θα πεθάνεις, θα σημαίνει ότι πέθανες. Μαύρο, κενό, απόλυτο τίποτα και όλες τις απορίες θα τις πάρεις μαζί σου στον τάφο. Όμως, μετά από χρόνο που δεν μετριέται και ο οποίος δεν υπολογίζεται, θα επιστρέψεις. Θα θυμάσαι λίγα από το παρελθόν σου, αλλά θα έχεις επίγνωση του παρόντος, στο οποίο θα συμβαίνει το εξής παράδοξο. Κάθε μέρα που θα περνάει, θα γίνεσαι νεότερος. Σαν κάποιο περίεργο παιχνίδι, το οποίο θα μιμείται τη ζωή, στο οποίο ξεκινάς γέρος ή πιο σωστά από το τέλος της κανονικής ζωής σου και σταδιακά προχωράς, προς την αρχή. Δεν θα είναι όμως η ίδια η ζωή, η οποία θα ξετυλίγεται αντίστροφα, αλλά η χρονική σειρά των πραγμάτων, όπου η κλεψύδρα που άδειασε, γυρνώντας από την άλλη πλευρά αδειάζει για δεύτερη φορά, κάθε μέρα και πιο πολύ, ξεκινώντας πλήρης ημερών ή αν θες κόκκων και σταδιακά αφανίζεται, φέρνοντας όπως και στην κανονική ζωή, το τέλος πιο κοντά μέρα με τη μέρα, με μόνη διαφορά, ότι ξεκινάς από την τελευταία σου υπαρκτή κατάσταση.”

Η αίσθηση ότι ακούς πράγματα πολύπλοκα, θα εξισορροπηθεί από μια πιο δυνατή αίσθηση ασφάλειας, ότι μπορείς να τον εμπιστευτείς, ότι δεν είναι τρελός που τα ήπιε και άρχισε να λέει ότι του κατέβηκε στο κεφάλι, αλλά κάποιος που σου έχει πει πράγματα ικανά να σου ταρακουνήσουν τον κόσμο, χωρίζοντας με μια σπαθιά το χρόνο σε πριν και μετά από εκείνη ακριβώς την στιγμή.

Θα τον ρωτήσεις ποιος τον έφερε σε αυτό το μπαρ στη μέση του πουθενά και θα αναγνωρίσεις τα σημάδια μου. Πως κάποιος του έκανε μια πρόταση που δεν μπορούσε να αρνηθεί για να παίξει σε αυτό παιχνίδι που δεν ήξερε αν και κατά πόσο είναι παιχνίδι ή αποστολή αυτοκτονίας, άλλα έχοντας ήδη πεθάνει μια φορά δεν είχε τίποτα να χάσει. Οι κανόνες ήταν να πάρει το αυτοκίνητο, να περάσει από τον συγκεκριμένο δρόμο, να βεβαιωθεί πως ένα λευκό σεντάν τον ακολουθεί, πως θα πρέπει να πάει από την παλιά συνοικία, να περάσει από το μικρό δρομάκι και να μπει στο παλιό μπαρ από την πίσω πόρτα με την ξεφτισμένη επιγραφή από νέον. Πως θα έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον που θα έμπαινε λίγο πιο μετά από αυτόν και πως θα τον καταλάβαινε γιατί κάτι θα του θύμιζε η φυσιογνωμία του, ενώ κατέληξε.

“Mόνο τότε και εφόσον ακολουθούσα τις οδηγίες του κατά γράμμα, χωρίς να αλλάξω τίποτα στο σχέδιο και στην προδιαγεγραμμένη ροή των πραγμάτων, μόνο αν ακολουθήσα την πορεία που μου δινόταν και η οποία ήταν η μόνη ασφαλής και όλα τα υπόλοιπα θάνατος, τότε μόνο θα μπορούσα επιτέλους να δω ποιος ήμουν στην προηγούμενη μου ζωή, να δω ότι εσύ είσαι αυτός που ήμουν πριν έρθω εδώ και ότι εσύ θα γίνεις αυτό που είμαι εγώ όταν όλα τελειώσουν.”

Τότε παίζοντας νευρικά με τις τσέπες σου, από μια αμηχανία που θα σημαίνει για σένα σύγκρουση με σύμπτωση, θα ανακαλύψεις ένα κομμάτι χαρτί στην τσέπη σου, το οποίο δεν θα ξέρεις από που ήρθε, με έξι λέξεις που θα διαβάσεις για πρώτη φορά, αλλά θα σκέφτεσαι δίχως να το σκέφτεσαι και στην πορεία. “MHN ΦΟΒΑΣΑΙ, ΠΕΘΑΙΝΕΙΣ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΦΟΡΑ”

Το διήγημα αυτό περιέχεται στην συλλογή διηγημάτων «Δήγμα Γραφής (μια ντουζίνα και τρία διηγήματα)», ένα συλλογικό δωρεάν e-book, που διανέμεται μέσω του δικτυακού τόπου openbook.gr.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s