Η νύχτα που χάθηκε ο Θεός

up1

Δύο χρόνια και 35 μέρες μετά. Φυσικά και δεν είχε ξεχάσει εκείνο το βράδυ. Αλλά ο χρόνος είχε κάνει καλή δουλειά και ότι τότε έμοιαζε σαν ένας τοίχος που υψονώταν ως τον ουρανό χωρίς πόρτες, τώρα ήταν πιο εύκολο. Μπορούσε δηλαδή πια να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη. Οι ενοχές δεν θα τον άφηναν και ποτέ, αλλά πια απλά τον κράταγαν από το χέρι και δεν τον έπιαναν από το λαιμό. Όταν ενώ εσύ αλλάζεις, το περιβάλλον δίπλα σου, παραμένει αναλλοίωτο, είναι συνήθως ευκολότερο να υποκριθείς ότι είσαι ακόμα ο ίδιος και ας μην είσαι, κάνοντας τα ίδια πράγματα, μιλώντας με τον ίδιο τρόπο, προσποιούμενος ότι είσαι εσύ και ας μην είσαι, κάνοντας την καλύτερη δυνατή ερμηνεία του εσένα του πριν, η οποία δεν χωράει λαθών, καθώς όσο λιγότερα λάθη, τόσο περισσότερο ομαλή, μη παρατηρητέα, η μετάβαση στο νέο μετά. Άλλωστε και πριν δούλευε σε εκείνη τη δουλειά, ήταν παντρεμένος με την ίδια γυναίκα και είχε τα δύο ίδια παιδιά και ας ήταν τώρα μεγαλύτερα. Μερικές φορές ήθελε να φωνάξει, να εκμυστηρευεί το μυστικό τουλάχιστον στη γυναίκα του, αλλά το ανέβαλε τόσες πολλές φορές που πια δεν μπορούσε να το πει, σαν κάθε φορά που το ανέβαλε να το έσπρωχνε ένα μέτρο πιο βαθιά στη Γη και πια ήταν υπερβολικά βαθιά για να μπορεί να το ανασύρει.

Είχε κερδίσει και είχε χάσει μερικά πράγματα. Είχε κερδίσει ότι οι ενοχές δεν ήταν πια τόσο ασφυκτικές, είχε κερδίσει ότι μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια σχεδόν κανονικά, είχε κερδίσει το γεγονός ότι κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα: οικογένεια, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, ενώ είχε κερδίσει την ηρεμία που δεν είχε τους πρώτους έξι μήνες που περίμενε εκείνο το εφιαλτικό τηλέφωνο που κάποιος με σοβαρή φωνή θα τον ζήταγε με το επώνυμο του ή το ακόμα εφιαλτικότερο εκείνο χτύπημα στην πόρτα, κάποιου που θα ΗΞΕΡΕ που στον οποίο θα έπρεπε είτε να παραδοθεί είτε ακόμα χειρότερα να δικαιολογηθεί. Είχε χάσει όμως τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Έπαιζε το ρόλο του να είναι αυτός, έχοντας όμως για πάντα και αμετάκλητα αλλάξει. Σαν εκείνο το μυστικό να ήταν ένα παρασιτικό σκουλήκι που τον έτρωγε κάθε μέρα και πιο πολύ – που έπαιρνε σιγά σιγά τον έλεγχο των κυττάρων του αλλοιώνοντας τον, δημιουργώντας μια μετάλλαξη ενός ανθρώπου-μάσκα, ενός ανθρώπου μονίμως ωσεί παρών γιατί ο πραγματικός είχε μείνει για πάντα εκείνο το βράδυ πίσω από ένα τιμόνι, να κοιτάζει το θέαμα που φώτιζαν οι προβολείς του, μια μοτοσικλέτα δεξιά στην άκρη του οδοστρώματος, ένα σώμα που μετά το χτύπημα δεν κινούταν στο έδαφος, το υγρό εκείνο που δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν λάδια ή αίμα στην άσφαλτο, σαν να το μυαλό του να είχε αναλάβει πρώτο την πρωτοβουλία να θολώσει την κρίση, λίγο πριν οπλίσει το πόδι να πατήσει το γκάζι σαν να μην υπάρχει αύριο και να μην κοιτάξει ποτέ ξανά πίσω. Αυτή η εκκίνηση από εκείνο το παρόν σε ένα παντελώς διαφορετικό μέλλον, αλλά με ίδιους κομπάρσους και το ίδιο φόντο που κάθε μέρα που θα περνούσε θα προσπαθούσε να νιώσει λίγο λιγότερο παλιάνθρωπος. Αν κάποιος θα τον είχε σκοτώσει για αντεκδίκηση, θα το δεχόταν σιωπηλά, αλλά αφού το δικό του το κουφάρι είχε ακόμα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τροφοδοτούσε ένα υποτυπώδη παλμό, θα συνέχιζε με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ξυπνούσε από τον εφιάλτη που ήταν τώρα η ζωή του που άλλαξε εκείνη τη στιγμή χωρίς επιστροφή.

Σκεφτόταν πόσοι ακόμα άνθρωποι ζουν τις ζωές τους μέσα σε ένα ψέμα, πληρώνοντας ένα μεγάλο λάθος μιας στιγμής που έρχεται απροσδόκητα και αλλάζει όλα όσα είχες δεδομένα, είτε από αμέλεια είτε εν γνώσει, εγκληματίες ή κορόιδα, αφελείς ή λαμόγια. Διάβαζε για ιστορίες δολοφόνων ή εγκληματιών για να νιώσει λίγο καλύτερα, κάνοντας οποιαδήποτε σύγκριση θα έμοιαζε κολακευτική. Και μετά πήγαινε πιο βαθιά. Ιστορίες εγκληματικής αμέλειας, το προφίλ ανθρώπων που έκαναν ένα λάθος που στοίχισε τη ζωή σε κάποιον άλλο, ένα λάθος για αυτούς τραγικό, αλλά ταυτόχρονα θανάσιμο. Για εκείνο το χειρούργο που έκανε λάθος σε μια επέμβαση ρουτίνας με αποτέλεσμα να πεθάνει εκείνο το νεαρό αγόρι. Για εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα που αποδόθηκε σε εγκληματική αμέλεια του συγκυβερνήτη. Για τους εργαλάβους που έφτιαξαν την εξέδρα σε εκείνο το γήπεδο που κατέρρευσε γεμάτη από κόσμο. Μια στιγμή απώλειας ελέγχου, αφηρημάδας, κακής κρίσης, πανικού, που χαρακώνει ζωές αυτουργών και θυμάτων για πάντα. Φυσιολογικές ζωές που σταματάνε βίαια και άλλες που εκτροχιάζονται χωρίς γυρισμό. Μάζεψε όσες περισσότερες ιστορίες μπορούσε να μαζέψει και γέμισε ένα βιβλίο με αποκόμματα. Όσο περισσότερο έψαχνε, τόσα περισσότερα έβρισκε. Παντού, συχνά, για πάντα. Ένας γιγαντιαίος τόμος με επαναλαμβανόμενες ιστορίες, για το πόσο ανεξέλεκτα συνδεδεμένες είναι οι ζωές των ανθρώπων και πόσο τοξικές είναι κάποιες συναντήσεις ή κάποιες στιγμές, πόσο απροστάτευτες από το αναπόφευκτο, το τραγικό, το μοιραίο. Όσο μεγάλωνε η λίστα αυτή, τόσο χανόταν περισσότερο μέσα στην απεραντοσύνη των αρνητικών ενδεχομένων και ένιωθε να ζει σε ένα κόσμο χωρίς Θεό. Άσχετα αν ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε από Θεό, αν υπήρξε γενικά Θεός, εκείνος ήταν πεπεισμένος που εδώ και πολλά χρόνια, δεκαετίες, αιώνες, ο Θεός είχε σταματήσει να υπάρχει. Σαν να αρρώστησε κάποια στιγμή και ο χειρούργος του είχε κάνει θανάσιμο λάθος στην επέμβαση ή σαν να οδηγούσε και κάποιος να ήρθε και να έπεσε ξαφνικά κατά πάνω του από το αντίθετο ρεύμα.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s