Το μυστήριο της άδειας παραλίας

Προχώρησα λίγο περισσότερο. Καμία αλλαγή. Δηλαδή, κανείς πουθενά. Εκεί που πάντα και από πάντα υπήρχε μια παραλία γεμάτη με κόσμο, τώρα δεν ήταν κανείς. Οι άνθρωποι έφυγαν και πήραν μαζί τους τις φωνές τους και την φασαρία τους και άφησαν μια ενοχλητική, κολλώδη ησυχία πάνω στην αμμουδιά να έρπεται μέχρι και μένα, τον τελευταίο επιζώντα από το ολοκαύτωμα. Γιατί το θέαμα είναι τόσο ασυνήθιστο, σαν κάτι τρομερό να έγινε όσο κοιμόμουν και όχι απλά σαν ο κόσμος φέτος να είπε με μια φωνή βουνό στο δίλημμα θάλασσα ή θάλασσα. Σκέφτομαι..

Η κρίση. Η κρίση άλλαξε τη διάθεση, περιόρισε το έξω και με άδεια τσέπη, τα μπάνια του λαού μεταφέρθηκαν στην μπανιέρα, όπου η οικογένεια μπαίνει όλη μαζί για οικονομία. Γιατί να δώσεις τα 4 ευρώ της ξαπλώστρας όταν υπάρχει το ράντζο με την ανάκλιση, γιατί να γεμίσεις το ρεζερβουάρ με πολύτιμη βενζίνη όταν υπάρχει η κρύα ντουζιέρα να σε πάει ταξίδια μακρινά. Και να φύγαν όλοι όμως; Δύσκολο. Προχωράω.

Τρομακρατικό χτύπημα. Πέρα από την τσέπη και στο θέρετρο. Καμικάζι τρομοκράτες με μαγιό που εκρήγνυνται επιτέθηκαν ενάντια στο δυτικό πολιτισμό για να τους τιμωρήσουν για την εμμονή με τις επίγειες απολαύσεις. Πιο πιστευτό, είναι και της μόδας. Ψάχνω πια για πτώματα, όχι για ανθρώπους, με ελπίδα να ανακαλύψω τον τελευταίο επιζώντα και να τον πάρω να πάμε για μια βουτιά. Τζίφος. Κανείς επιζών. Ή δεν έγινε τρομοκρατική επίθεση.

Χελώνα Καρέτα-Καρέτα. Η’ Μονάχους-Μονάχους ή οτιδήποτε με ίδιο διπλό όνομα που χωρίζεται με μια παύλα. Η Greenpeace εκκένωσε την παραλία γιατί οι χελωνίτσες αποφάσισαν φέτος να προσαράξουν εδώ και οι λουόμενοι εκδιώχθηκαν για να προσαράξουν και αυτοί αλλού. Ψάχνω πατημασιές, ψάχνω σημάδια, έστω και κανά αυγουλάκι να ξεπροβάλλει από την άμμο, αλλά φευ, άφαντο το χελωνονιντζάκι.

Επίθεση καρχαρία. Σε αυτά τα νερά δύσκολο, αλλά εκείνο το άρθρο για τα υπόγεια ρεύματα της Μεσογείου και την σχέση με την βιοποικιλότητα δε θα το απέκλειε. Άρα ούτε και εγώ. Ο καρχαρίας -μπα δεν θα ήταν μόνο ένας- οι καρχαρίες εμφανίστηκαν από το πουθενά και πέρασαν τους λουόμενους για λαχταριστά μεζεδάκια. Έτσι απλά; Ναι. Το ντοκιμαντέρ του Ντισκάβερι έλεγε ότι ο καρχαρίας δεν βλέπει την τύφλα του, αλλά η μύτη του διαισθάνεται τον μεζέ από χιλιόμετρο. Και βέβαια και μακελειό να μην έγινε, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν καρχαρίες. Ένα πτερύγιο φτάνει για να γίνει πανικός, ένας να φωνάξει «καρχαρίας» και εκκενώνεται η παραλία. Αν το πτερύγιο ήταν καρχαρία και όχι κάποιος φαρσέρ, το βλέπουμε στο σήκουελ. Αν και συνήθως αρχικά είναι φαρσέρ και μετά που εφησυχάζονται όλοι γίνεται το μακελειό.

Μαρέσει αυτό το σενάριο και ψάχνω για ταμπέλα να προειδοποιεί για καρχαρίες. Αλλά ακόμα και ένα σπασμένο πτερύγιο μου αρκεί. Ακόμα και ένα σκισμένο βατραχοπέδιλο ικανοποιεί την δίψα μου. Βρίσκω δύο σαγιονάρες και οι αισθήσεις μου οξύνονται. Τι να σημαίνει άραγε; Άκυρο, οι δικές μου είναι και τις ξέχασα λίγο πριν. Είμαι πανικόβλητος. Κοιτάζω στο πέλαγος για περιφερόμενα πτερύγια στο βάθος. Η όραση μου είναι σαν καρχαρία και δεν φτάνει. Η μύτη μου πάλι σαν ανθρώπου οπότε και πάλι τζίφος. Διψάω, θέλω νερό. Λυγίζω. Πρέπει να μάθω τι έγινε. Τηλέφωνο. Η μάνα μου. Ζει. Καλό αυτό. Τι θέλει; “Μιχάλη, δεν πιστεύω να πήγες σε αυτή την παραλία που βρήκανε τις προάλλες αρσένιο, ε;…” Πήγα ρε μάνα, πήγα που να μην πήγαινα.

Monitor #32

Advertisements

Το θανάσιμο λάθος του κομμωτή

Με είδε να πλησιάζω από την διάφανη τζαμαρία και πετάχτηκε σαν ελατήριο. Μου άνοιξε την πόρτα, μου είπε να περάσω και αυτό έκανα. Με ρώτησε αν θέλω καφέ και αυτό ήθελα. Με ρώτησε αν θέλω λούσιμο και το ήθελα και αυτό. Μου σκούπισε τα μαλλιά με δύο πετσέτες περισσότερες από αυτές που αντικειμενικά χρειαζόταν το κεφάλι μου για να μη στάζουν τα μαλλιά μου και σκέφτηκα ότι τα μαθηματικά δεν πρέπει να ήταν το δυνατό του μάθημα. Σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να τον κρίνω τόσο αυστηρά, ακόμα δεν γνωριστήκαμε και για να διορθώσω την εικόνα του μέσα μου, παραδέχτηκα ότι θα ήταν ένας αντίπαλος στο πέτρα-ψαλίδι-χαρτί που δε θα ευχόσουν να έχεις.

Μου έδειξε τον δρόμο προς την καρέκλα του κουρέματος, σαν να μου λέει ότι δεν είχα άλλη επιλογή. Όντως, δεν είχα. Είχα πέντε μήνες να κουρεφτώ και φαινόμουν οκτώ μήνες ακούρεφτος. Δεν ξέρω τι μπορεί να συνέβη με τα μαλλιά μου, αλλά είχα τις εκδοχές μου. Το νέο σαμπουάν που υποσχόταν ενίσχυση της ρίζας και μαλλιά μέχρι τον κώλο για καραφλούς είτε εκείνη την γερμανική πίτσα από τα Lidl με την βιολογική ντομάτα. Στο πίσω μέρος της συσκευασίας, είχε μια φωτογραφία από τη φάρμα με τους παραγωγούς σε παράθεση, οι οποίοι έφερναν περισσότερο σε power metal μπάντα του 80′ παρά αγρότες. Άτιμη βιολογική ντομάτα, εσύ φταις για την αφάνα μου.

Έτσι λοιπόν, το είχα πάρει απόφαση και δεν υπήρχε γυρισμός. Ειδικά τώρα που είχα ήδη λουστεί, πιει καφέ και χρησιμοποιήσει τρεις ολόκληρες πετσέτες. Αποφάσισα να συνεχίσω να είμαι καταδεκτικός και συνεργάσιμος για να τελειώνουμε γρήγορα. Η πρώτη φορά που απάντησα με διαφορετικό τρόπο από νεύμα ή ένα απλό “ναι” ήταν όταν με ρώτησε πως τα θέλω. Αν ακόμα και σε αυτήν την ερώτηση, είχα την δυνατότητα να απαντήσω με ένα απλό ναι, θα το έκανα. Αλλά δεν γινόταν. Πονηρός ο βλάχος, δηλαδή ο κομμωτής. Και του είπα πως τα θέλω. Με τόνο αυστηρό που δεν άφηνε περιθώρια για παρεξηγήσεις ή ασάφειες του είπα ότι τα θέλω “έτσι ακριβώς”. Έτσι ακριβώς τα θέλω. Ή βασικά έτσι. Δηλαδή, θα μπορούσες να τα κάνεις και έτσι. Μωρέ, δεν τα κάνεις και έτσι; Τέλωσπαντων, κάντα όπως θες, μόνο κάνε γρήγορα.

Η απάντηση μου τον έβαλε σε κίνηση, το κεφάλι μου εκεί – τα ψαλίδια παντού και οι τρίχες να πετάγονται όπως πετάγονταν τα φύλλα των θάμνων που κούρευε ο Ψαλιδοχέρης. Ταυτόχρονα, τον έβλεπα αρκετά άνετο και με αυτοπεποίθηση, αλλά οι λεπίδες εκεί να περνάνε με κόκκινο το φανάρι στη διασταύρωση τρίχες με κρανίο. Δεν είπα κάτι, τον εμπιστεύτηκα, το άφησα να συμβεί, έχω ευθύνη. Σε μια στροφή που τα ψαλίδια βάρεσαν υποστροφή και τα αμορτισέρ έλιωσαν στο οδόστρωμα, άκουσα το αυτί μου να μου λέει “προσοχή, μαλάκας”, με τρύπησε ο κερατάς!

Αίμα, δάκρυα και ιδρώτας. Το τραύμα επιφανειακό, το σοκ όμως τραυματικό και η ψυχραιμία στα πατώματα να κάνει παρέα με τις λατρεμένες μου, βιολογικά θρεμμένες τρίχες. Για να αποφύγω να τον στραγγαλίσω με τέταρτη πετσέτα, έφυγα κακήν κακώς, με μισό κεφάλι κουρεμένο και μισό κεφάλι ακούρεφτο. Μοιάζω σαν να έχω βγει από εκείνη την ταινία με τον Ψάλτη, μόνο που περισσότερο μοιάζω με τη Φίνου με την μοϊκάνα. Τουλάχιστον γλύτωσα από τα χέρια του Ψαλιδοχέρη.

 Monitor #31

Mε λένε Τζεφ Μπρίτζες

Με ρώτησε αν έχω χάσει την παλιά ή αν μου την έκλεψαν. Απάντησα όχι, αλλά θέλω να βγάλω καινούρια. Μου είπε πως δεν γίνεται αυτό, δεν γίνεται να βγάλεις καινούρια ταυτότητα στα καλά καθούμενα και ότι δε θα πρέπει να απασχολώ και την υπηρεσία με μαλακίες και μου έδειξε την πόρτα. Απάντησα ότι αμφιβάλλω αν υπάρχει σοβαρότερο ζήτημα από την αλλαγή της ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ μου και κάθισα στην καρέκλα, όπως θα καθόταν ο Τζεφ Μπρίτζες στο Big Lebowski. Από τη μία, σαν να μη μου καίγεται καρφί και από την άλλη, σαν να χρειάζονται τρεις-τέσσερις τουλάχιστον για να με σηκώσουν. Είχα πάρει την απόφαση μου.

Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο νεαρός αξιωματικός υπηρεσίας αποφάσισε να πάει με τα νερά μου, για να αποφύγει και τυχόν μπελάδες, γιατί το όλο μου το παρουσιαστικό, αυτό βρώμαγε: μπελάδες. Τον έπεισα λοιπόν να μου βγάλει μια νέα ταυτότητα που να αποδεικνύει ότι το επίθετο μου είναι Μπρίτζες, το όνομα μου Τζεφ, ενώ στο θρήσκευμα έβαλε “Δε μου Καίγεται Καρφι-ισμός”, κατ’ εντολή μου. «Ύψος» θεόρατο, «μάτια» δύο, τα οποία τώρα πια θα έβλεπαν τον κόσμο ΑΛΛΙΩΣ, δεν είναι και λίγο να είσαι ο Τζεφ Μπρίτζες.

ΔΕΝ θα ξαναπερίμενα ποτέ ξανά στην ουρά στις τράπεζες, ενώ στις δημόσιες υπηρεσίες όλοι θα μου παραχωρούσαν την θέση τους για να εξυπηρετηθώ, ναι εγώ πρώτος, γιατί σίγουρα με το να είμαι celebrity θα είχα και πολλές δουλειές. Ακόμη, ΔΕΝ θα ξαναέστελνα ποτέ ξανά βιογραφικά, γιατί διάολε, θα ήμουν ο Τζεφ Μπρίτζες, ενώ κάθε μέρα θα έκανα σαΐτες και καραβάκια με τα CV που θα έφταναν στην πόρτα μου και θα γελάγαμε μαζί με την Φιλιπινέζα. Όλοι θα ήθελαν να κάνουν παρέα μαζί μου, για να το λένε μετά στους φίλους τους, ενώ κάθε tweet μου θα γινόταν re-tweet ακόμα και αν έγραφα “χέζω τώρα, πάρτε αργότερα”.

Φυσικά, εγώ δε θα ήμουν σαν εκείνους τους celebrity τους απόμακρους που αναρωτιέσαι που ζουν, τι κάνουν, πως το κάνουν. Το δικό μου σχέδιο είναι αρκετά πιο μεγαλεπήβολο και περιλαμβάνει ακριβώς το αντίθετο. Θα είμαι παντού εκεί έξω, στα καφέ, στο δρόμο, στις υπηρεσίες, παντού. Και σαν τους πολιτικούς, θα συστήνομαι, σε όλους θα συστήνομαι, ώστε όλοι να ξέρουν ποιος είμαι. Να λένε είδες τον Τζεφ Μπρίτζες που ήταν στην τηλεόραση τις προάλλες; Και να απαντάνε, αυτός δεν είναι ο Τζεφ Μπρίτζες, άλλος είναι, τον είδα χτες στο καφέ. Ναι και εγώ τον είδα, καμία σχέση δεν έχει με αυτόν που είναι στην τηλεόραση, κάποιο λάθος κάνεις. Αυτός θα είναι και ο απώτερος μου σκοπός, ο απώτερος μου στόχος, να γίνω χαλίφης στη θέση του χαλίφη, αγάς στη θέση του αγά και με ονοματεπώνυμο που μετράει. Είσαι ότι δηλώσεις, δεν λένε; Ε, εγώ είμαι ο Τζεφ Μπρίτζες.

Η μέρα που συνάντησα τον Άη Βασίλη

Δεν πιστεύω στον Άη Βασίλη. Δεν είμαι μωρό να πιστεύω ότι υπάρχει ένας γεράκος που έχει ιπτάμενο έλκηθρο και ταράνδους που γυρνάνε τον πλανήτη πιο γρήγορα και από τα Concord. Άσε που με τέτοια κρίση θα ήταν τουλάχιστον προκλητικό, να υπάρχει κάποιος να σουλατσάρει στους αιθέρες λες και υπάρχουν ανεξάντλητες πηγές ενέργειας και καύσιμα να τροφοδοτούν τις σπάταλες, υπερηχητικές του βόλτες. Όσο για το όλο concept, είναι καλό για τα μικρά παιδιά το όλο “κάνε καλές πράξεις και θα πάρεις δώρο” αλλά πιστεύω ότι όταν πατήσεις τα 18, πρέπει να σταματάει το παραμύθι, γιατί δεν φτάνουν μόνο οι καλές πράξεις και φυσικά τα δώρα τελειώνουν κάποια στιγμή. Άσε που ο Άη Βασίλης δεν λέγεται καν Βασίλης, εκτός αν το όνομα του πατέρα σου είναι Βασίλης.

Θα μπορούσα να πω κι άλλα και θα έλεγα και άλλα, αν δεν είχε συμβεί αυτό που συνέβη πριν περίπου 3 χρόνια.

Είναι νύχτα, 3 το πρωί. Ακούω θόρυβο από το σαλόνι. Σκέφτομαι ότι δεν περιμένω κανένα και ειδικά κλέφτες ή διαρρήκτες. Σηκώνομαι αθόρυβα, κρατώντας το πρώτο πράγμα που βρίσκω μπροστά μου και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως όπλο, το μεταλλικό μου ξυπνητήρι. Στη θέα του σαλονιού, βλέπω έναν άνθρωπο να κάθεται στην πολυθρόνα, χωρίς απειλητικές διαθέσεις και φορώντας την κόκκινη στολή. Πλησιάζοντας προσέχω όλα τα στερεότυπα των περιγραφών και ειδικά τη γενειάδα του, η οποία είναι τόσο πυκνή και επιβλητική που με προκαλεί να την μελετήσω.

Δεν είναι γέννι αραιό και ασθενικό, αλλά ένας μικρός αυτοσχέδιος θάμνος από τρίχες, ένα υπέροχο τρίχωμα που ξεκινάει από το πηγούνι και αργά αλλά σταθερά φτάνει ως το στέρνο του. Καλοζυγισμένη, τροφαντή, απλά τέλεια, ναι αυτός είναι ο Άη Βασίλης. Η όλη στιγμή είναι μαγική και παρόλο που έχω απορίες, η παρουσία του στο σαλόνι μου απλά μου φτάνει. Μοιραζόμαστε μια σιωπή γεμάτη νόημα και το δικό μου “συγνώμη που δεν σε πίστεψα”, όσο και το δικό του “δεν πειράζει, τώρα ξέρεις”, λέγονται με τα μάτια. Στο δικό μου “ήμουν καλό παιδί φέτος…”, ο Άη Βασίλης στρέφει το δάχτυλο αργά προς την πόρτα, η οποία αν και κλειδωμένη, ανοίγει ως δια μαγείας, μόνο και μόνο για να ξεπροβάλλει το δώρο μου. Καλά τον έλεγαν “Λέρα” στην αντίστοιχη ταινία, το δώρο μου είχε ύψος 1,80, μακριά ξανθά μαλλιά, φορούσε ψηλά τακούνια και είχε βλέμμα που θα κόλαζε κάθε Άγιο και όχι μόνο τον Βασίλη. Φορούσε κόκκινα μικροσκοπικά εσώρουχα, αλλά αγιοβασιλίτσα δεν την έλεγες. Δεν είχε τίποτα άγιο πάνω της και το υπόλοιπο βράδυ θα κάναμε πράγματα που ακόμα και ο ίδιος ο Άη Βασίλης δε θα ενέκρινε…

Πριν συμβεί το παραμικρό, το μεταλλικό ξυπνητήρι που κρατούσα στα χέρια μου ως όπλο ενάντια στους διαρρήκτες, άθελα μου, “εκπυρσοκρότησε”. Ήταν 8.30 το πρωί, μέρα Χριστουγέννων και είχα ξεχάσει να το απενεργοποιήσω, παρά το γεγονός ότι εκείνη την μέρα δεν θα δούλευα. Μέσα μου προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα αυτά όντως συνέβησαν και παρόλο που όλες οι ενδείξεις έλεγαν όνειρο, μια μαγική δύναμη τα τοποθέτησε στο υποσυνείδητο μου, κλείνοντας μου το μάτι, σχετικά με το τι υπάρχει και τι όχι, τι είναι δυνατό να συμβεί και τι είναι αδύνατο.

Τώρα που το σκέφτομαι όμως, αν ο Άη Βασίλης ήθελε να μου περάσει κάποιο μήνυμα, γιατί με έκοψε πάνω στο καλύτερο; Δηλαδή, ποιο το νόημα ενός δώρου όταν ουσιαστικά στο στολίζει, στο πακετάρει, σου κλείνει τα μάτια πριν στο δώσει και τελικά σου λέει ότι “δεν στο δίνω”; Επίσης, μπορεί να μην ήταν διαρρήκτης αυτός που εκείνο το βράδυ σουλάτσαρε στο σαλόνι μου, αλλά εμένα με κοψοχόλιασε ο κατά τα άλλα αθόρυβος και αποτελεσματικός άγιος! Άσε που δεν έβγαλε ούτε άχνα… Τόσες απορίες και ούτε μια απάντηση. Μήπως είναι μουγκός; Και ανακατωσούρας και μουγκός; Και που ήταν οι τάρανδοι, ο σάκος με τα δώρα και οι κοκακόλες;

Πφφ, σκέτη απογοήτευση τελικά ο Άη Βασίλης.

To κείμενο γράφτηκε για το 22ο τεύχος της Monitor. Εύχομαι καλές γιορτές σε όλους.

Lesbian kiss with a twist

3417274945_9ec7a4dc79_o

Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε αρχίσει να βγαίνει με αποκλειστικό σκοπό να γνωρίσει “κόσμο”. Ενώ εδώ και χρόνια ήταν σε μια μεταβατική περίοδο, πια ένιωθε σίγουρη και ελεύθερη να ζήσει όπως ήθελε, χωρίς εκπτώσεις και πισωγυρίσματα. Κυριολεκτικά. Η Τασούλα ήταν μια μικρή λεσβία.

Αρχικά, ήταν αρκετά δύσκολο, κακά τα ψέματα. Εκεί που όλα τα κορίτσια συζητούσαν για γκόμενους συνωμοτικά, εκείνη δεν είχε και πολλά να πει. Αλλά δεν έχανε ευκαιρία για πίτσι-πίτσι με τις κολλητές και ας ήταν να λένε και για αγόρια. Στα πλαίσια αυτά, η Τασούλα πάντα ανέφερε γκόμενους από απόσταση και ιστορίες που δεν ήθελε να αναλύσει γιατί την σύγχυζαν, όπως έλεγε. Η αλήθεια ήταν ότι το έκρυβε αρκετά καλά, αν και πάντα όταν έπαιζαν «μπουκάλα» στα πάρτι, πάντα οργάνωνε μαεστρικά να καθίσει απέναντι από την κοπέλα που της άρεσε, περιμένοντας εκείνη την -για άλλους- τυχαία στιγμή γεμάτη  αμηχανία, όπως ο διψασμένος στη Σαχάρα το νερό.

Στα χρόνια που πέρασαν τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ, η Τασούλα μεγάλωσε, με τις ορέξεις της να μεγαλώνουν σε εκθετικό βαθμό. Η «μπουκάλα», από πρώιμο ερωτικό παιχνίδι, έγινε βασικό εργαλείο «δουλειάς», η σχέση της και η συνοδοιπόρος. Έφτασε δε σε τέτοιο σημείο άνεσης με την σεξουαλική της ιδιαιτερότητα, όπου άρχισε να κάνει παρέες με αγόρια, μετανιώνοντας το γεγονός ότι δεν το είχε κάνει νωρίτερα. Η Τασούλα ήταν η καλύτερη φίλη όλων των αγοριών και στην καβλάντα πρώτη. Πολλές φορές τους βοηθούσε να έρθουν πιο κοντά στις κοπέλες της αρεσκείας τους, κάνοντας εκείνη το πρώτο βήμα, ερωτοτροπώντας και αυτή επί τη ευκαιρία με τα υποψήφια θύματα. Ο πιο έντονος της έρωτας ήταν αποτέλεσμα μιας τέτοιας γνωριμίας.

“Ξέρεις, έχεις τρελάνει τους φίλους μου εδώ…”

“Ναι, ε; Συμβαίνει…”

“Θέλεις να φέρω κάποιον από εδώ; Αυτοί με έστειλαν σε εσένα…”

“Πφφ, άντρες… Μια ζωή κότες… Ευτυχώς δεν μου άρεσαν ποτέ… Εσύ τι τους βρίσκεις;”

“Εεε, εντάξει έχουν και τα καλά τους, χιχι…”

“Α ναι; Πες μου ένα”

“Ένα. Φίλα με..”

Η σχέση με τη Μαργούλα (από το λαιμαργούλα) σημάδεψε την Τασούλα (από το λαιμαργούλα επίσης) και έδειχναν να τα βρίσκουν πολύ γενικώς. Η μία, θα έλεγε κανείς, ότι συμπλήρωνε την άλλη, ενώ κάποιος άλλος θα έλεγε ότι η άλλη συμπλήρωνε την μία. Κάποιος τρίτος θα έλεγε ότι το Τασούλα δεν βγαίνει από το λαιμαργούλα. Και τολμώ να πω ότι θα είχε δίκιο.

straight

Στο κρεβάτι ήταν το μέρος όπου οι δύο ομοφυλόφιλες σέξυ λεσβιάρες τα έδιναν όλα. Τι ψαλίδια θέλεις, τι κόλπα, τι αποδώ, τι αποκεί, τι λεχματζούν, τι αχταρμέν, όλα τα έκαναν οι δυο τους, φορώντας δερμάτινα εσώρουχα, ψηλές μπότες κρατώντας μαστίγια και φορώντας δυο-δυο τα strapon. ‘Η αυτό κάνανε δηλαδή ή το link στο youporn έθρεψε τα μάτια μου με την υπερβολή.

Οι καλές στιγμές όμως δεν κράτησαν για πάντα. Η Τασούλα δεν μπορούσε να αγνοήσει το γεγονός ότι η Μαργούλα είχε αρχίσει να περιποιόταν υπερβολικά και το ποτήρι ξεχείλισε στο θέμα με τα μαλλιά. Τα της μασχάλης εξαφανίστηκαν εν μία νυκτί, ενώ το μέχρι πρότινος κούρεμα Καίτη Φίνου με τον ζελέ και τα καρφάκια, έδωσε τη θέση του σε ένα πιο θηλυπρεπές λουκ που η Τασούλα δεν μπορούσε με τίποτα να συγχωρήσει. Σύντομα θα ανακάλυπτε ότι όλα ήταν ένα ψέμα. Σύντομα θα ανακάλυπτε ότι η Μαργούλα ήταν κρυφό-straight.

Το κείμενο είναι μια βελτιωμένη εκδοχή ενός παλιότερου κειμένου με ίδιο τίτλο, ίδιο θέμα και ίδια …γραφικότητα. Δημοσιεύεται σύντομα και στο 18ο τεύχος της Monitor, οι αρχισυντάκτες της οποίας έχουν μια απαράμιλλη δεκτικότητα στα κείμενα μου που δε θα τους βγει σε καλό.

Μελανίνη αγάπη μου

Μμμ… καλοκαίρι! Όμορφος, γαλανός ουρανός, πλατσούρισμα στη θάλασσα και παιχνίδια στην άμμο. Μα, πάνω απ’όλα καλή διάθεση. Στην βόλτα μου στην παραλία, έφερα μαζί μου το τηλεκοντρόλ (για να το πνίξω), εσένα (γιατί είσαι η γοργόνα μου) και τη μάνα σου (γιατί τελικά έχουμε χιούμορ). Ήπιαμε φρέντο εσπρέσσο και πολύ μας άρεσε, ενώ παίξαμε ρακέτες. Για τους λουόμενους της πρώτης σειράς, το παιχνίδι λεγόταν ρουκέτες και οι άνθρωποι πραγματικά είχαν άγιο. Δεν πλατσουρίσαμε όμως και πολύ και με αρχηγείο την ξαπλώστρα μου, άρχισα να παρατηρώ τον κόσμο δίπλα μας…

Καταρχήν, στα καλά νέα: οι γυναίκες φοράνε όλο και μικρότερα μαγιό. Και δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με την οικονομική κρίση, δηλαδή μικρότερο ύφασμα, μικρότερo κόστος παραγωγής, μικρότερη τιμή, άρα οικονομία. Οι άντρες, άλλωστε, φοράνε όλο και μεγαλύτερα μαγιό και έτσι που πάμε, σε λίγο θα γίνουμε σαν τις γιαγιάδες ή τον Borat, να φοράμε ολόσωμα. Ώρες ώρες σκέφτομαι ότι υπάρχει μία και μοναδική κατασκευάστρια εταιρεία μαγιό στον κόσμο με συγκεκριμένη ποσότητα υφάσματος για κάθε σεζόν, η οποία πρέπει να παραχθεί ολόκληρη, αλλιώς θα πεταχτεί και μοιραία όσο μικραίνουν τα γυναικεία,αντίστοιχα μεγαλώνουν τα ανδρικά λόγω του πλεονάσματος από το ύφασμα. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι παλιότερα οι άντρες φόραγαν στην παραλία μαγιό-σλιπάκι και οι γυναίκες ήταν με τα ολόσωμα. Ετοιμάζομαι από τώρα για τη σειρά του καλοκαιριού του 2011 με τα ολόσωμα ανδρικά μαγιό!

Στα λιγότερο θετικά νέα: Η απουσία της γνωστής ελληνικής οικογένειας. Η παρουσία της ελληνικής οικογένειας στην παραλία ήταν πάντοτε ξεχωριστό γεγονός και κράχτης για τους τουρίστες. Η εφόρμηση στην παραλία ήταν σαν μια μικρή μετακόμιση, με όλη την κινητικότητα και τα decibel που κουβαλάει κάθε ελληνικό σπίτι να μετατίθενται στην παραλία, δημιουργώντας μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για τους ξένους να γνωρίσουν τον πολιτισμό και τα έθιμά μας. Μία στις δύο φορές, ο πατέρας με τον παππού θα έβγαζαν από το πορτ-παγκάζ τη σχάρα και θα έψηναν κοψιδάκια για τα παιδιά, ενώ από το αυτοκίνητο, πάντα παρκαρισμένο όσο πιο κοντά γίνεται, τα cd που θα έπαιζαν θα ήταν αποκλειστικά μουσικές εκδόσεις του περιοδικού Πίστα. Οι μανάδες θα κυνηγούσαν τον μικρό Γιωργάκη με την μπριζόλα, φωνάζοντας τόσο ώστε να κάνουν το θέμα με το φαί του, μείζον θέμα για ολόκληρη την παραλία, ενώ οι τουρίστες θα απολάμβαναν το show και συνεπαρμένοι θα ξέχναγαν να βάλουν αντιηλιακό, αποκτώντας το σήμα-κατατεθέν ανομοιογενές κοκκίνισμα τους.

Μαζί με την απουσία της ελληνικής οικογένειας όμως, σημείωσα και μια άλλη σημαντική απουσία από την παραλία. Η απουσία της παραμικρής διανόησης είναι συμπέρασμα που βγαίνει από την έλλειψη ανθρώπων με κάποιο βιβλίο ή ανάγνωσμα στο χέρι, η Sportday μάγκες δεν πιάνεται, ενώ οι συζητήσεις ήταν πραγματικά λιγοστές. Η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που ήταν στην παραλία, απλά έκαναν ηλιοθεραπεία. Αυτό δεν ήταν παραλία, κοιμητήριο ήταν και μόνο κάτοπτρα ηλιακά δεν είδα με κατεύθυνση στα γυμνασμένα σώματα. Φυσικά, αντιλαμβάνομαι την ανάγκη για σοκολατί δέρμα, αλλά με τέτοια συνεννόηση και συμφωνία, νομίζω ότι θα ήμασταν και το πρώτο κόμμα. Μοιραία, βέβαια λόγω του εκπληκτικού μας χρώματος θα κερδίζαμε τον φθόνο όλων στη Βουλή, ενώ με το ΛΑ.ΟΣ, η χημεία μας θα ήταν απλά εκρηκτική! Όσο για τις ομιλίες μας, θα έκαναν πάταγο. Άντε να κάνεις καλά 100 μικρούς Martin Luther King, όλους θα τους βάζαμε κάτω.

Τελικά, περάσαμε ωραία στην παραλία και το βασικό είναι ότι χάρηκε και η μαμά. Φυσικά, δεν έβαλε τα πόδια της στο νερό, ενώ ήταν συνεχώς με την καπελαδούρα και σε θέση κάτω από την ομπρέλα στρατηγική, η οποία θα διασφάλιζε με μαθηματική ακρίβεια ότι δεν θα ερχόταν στην παραμικρή επαφή με τον ήλιο. Σκέφτομαι την επόμενη φορά να φέρω τρύπια ομπρέλα για να τη φουρκίσω. Αχ, καλοκαίρι!

Το κείμενο γράφτηκε για το 13ο τεύχος της εφημερίδας πόλης ΜΟΝΙΤΟΡ, η οποία κυκλοφορεί στο Ηράκλειο Κρήτης και τα περίχωρα. Τώρα και στις παραλίες.

Ο έρωτας στα χρόνια της βουβουζέλας

Τρίτο διάζωμα, δεύτερη κερκίδα από τα δεξιά, λίγο δίπλα από το φουαγιέ του γηπέδου και το ματς είναι Αργεντινή – Γερμανία, προημιτελικός του παγκοσμίου κυπέλλου. Τελικά όμως, αυτό δεν ήταν το σημαντικότερο πράγμα που μου συνέβαινε. Αυτό που μέτραγε πιο πολύ ήταν ότι ήσουν δίπλα μου και φύσαγες με δύναμη τη βουβουζέλα σου μικρή μου αφρικάνα. Μου είχες πάρει βέβαια τα αυτιά, αλλά χαλάλι. Είχες σώμα που κόλαζε και άγιο και έτσι όπως τη φυσούσες όμορφα και ωραία, σκεφτόμουν ότι πραγματικά θα πρέπει να είχες πολύ δυνατά πνευμόνια και έναν πραγματικά υγιή οργανισμό. Ή ότι θα έπαιρνες ωραίες πίπες. Αλλά όπως και να είχε, σημασία δεν μου έδινες. Εσύ εκεί να φυσάς τη βουβουζέλα σου και εγώ αντί να κοιτάω τις τρίπλες του Μέσι, να κοιτάω τη δική σου μέση και να ζητιανεύω ένα βλέμμα. Και ξεκινώντας από τα βασικά: να κάνεις ένα γαμημένο διάλειμμα! Σε σαξοφωνίστρια έπεσα γαμώ την τύχη μου;

Στο ταξίδι μου στη Νότια Αφρική, έζησα πολλές ωραίες στιγμές. Οι αφρικάνοι, οι νοτιοαφρικάνοι για την ακρίβεια, είναι ωραίοι τύποι και πολύ κουλ. Δεν είναι όλοι μαύροι, γι’αυτό και αναμιγνύονται πιο εύκολα στο πλήθος και είναι γενικά αρκετά συμπαθείς και πρόσχαροι. Όλοι έχουν το κολλημένο γέλιο του Μαντέλα και φαίνονται καλοκάγαθοι και εξυπηρετικοί. Οκ, δεν έχουν Ακρόπολη, δεν έχουν μουσεία, δεν είναι σαν και εμάς, λαός με ιστορία, με Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Γαρμπή και Βίσση, αλλά κάνουν ότι μπορούν. Και παρά τη μικρή τους ιστορία, προσπαθούν να κρατάνε έθιμα και παραδόσεις και να διατηρούν πράγματα που τους κρατάνε ενωμένους. Η βουβουζέλα είναι αφρικανικό προνόμιο, ιερό φαλλικό σύμβολο, φόρος τιμής και φάρος γνώσης. Στη διαδικασία κοινωνικοποίησης και εύρεσης ταιριού, η βουβουζέλα έπαιζε πάντοτε σπουδαίο ρόλο. Η μικρή αφρικάνα, δεν επιτρέπεται να αγγίξει ανδρικό μόριο, αν δεν κάνει το αγροτικό της στη βουβουζέλα. Δεν είναι θέμα μόνο δύναμης, είναι και θέμα τεχνικής. Για παράδειγμα, η βουβουζέλα δεν βγάζει τον ίδιο ήχο αν την πιάνεις με το ένα χέρι ή με τα δύο, ενώ πολύ σημαντικό κριτήριο βουβουζελο-ικανότητας είναι ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζεις. Με λίγα λόγια, ο βαθμός σου δεν είναι προβιβάσιμος, αν την βλέπεις και κάνεις σαν να είδες τον χάρο.

Αυτή λοιπόν, τα έκανε όλα σωστά. Έπαιζε στα δάχτυλα τη βουβουζέλα της και φαινόταν έμπειρη. Δεν είχε άγχος, αλλά αυτοπεποίθηση, συνδυασμένη με ανεξάντλητες δυνάμεις και φυσικές αντοχές. Της έβαζα έντεκα με άριστα το δέκα και το έξτρα ένα ήταν η βουβουζέλα μου που ετοιμαζόταν να χλιμιντρίσει. Όπως καταλαβαίνετε, τα συναισθήματά μου ήταν αγνά, νομίζω πως ήταν έρωτας, ναι έρωτας ήταν. Ξαφνικά, κοιτάει προς το μέρος μου και μου κόβονται τα πόδια. Παίρνω το πιο απενεχοποιημένο βλέμμα μου και το παίζω κουλ και άνετος. Βάζει γκολ η Αργεντινή στο 90′ και το γήπεδο γίνεται ντέφι, αλλά εγώ εκεί ατάραχος, σαν τον Μαγγελάνο να αγναντεύω θάλασσες και πελάγη εκεί πάνω από το τρίτο διάζωμα. Της στέλνω σήματα μορς με τον τρόπο μου και λίγο πριν της πω το “βούλε βουβουζέλ αβεκ μουά” αυτή μου κάνει νόημα να σταματήσω. Φυσικά, δεν είμαι χτεσινός, ξέρω ότι είναι η ώρα για τα παιχνιδάκια μας και παίζω μπάλα απευθείας, τριπλάροντας τον τελευταίο αμυντικό και πηγαίνοντας για το νικητήριο γκολ. Κάνω κίνηση. Νιώθω υπέροχα, τόσο όμορφα σαν να αιωρούμαι. Κοιτάζω με ευθυμία το έδαφος, όντως αιωρούμαι. Κάτι μαντραχαλάδες αφρικάνοι, 2 με 2,5 μέτρα ύψος (πρόχειρη εκτίμηση), με σηκώνουν στον αέρα και φαίνονται τσατισμένοι. Φοβάμαι, αλλά σκέφτομαι ο φόβος θα είναι. Αυτό δεν βοηθάει, γιατί φαίνονται συγγενείς εξ’ αίματος της δεσποινίδος με διάθεση να διασπείρουν τα πανικόβλητα αιμοπετάλια μου μέχρι τη στρατόσφαιρα. Η κοπέλα τελικά όντως προσπαθούσε να με διασώσει από αυτούς, αλλά όσο εγώ την κοίταζα σαν χάνος, εκείνοι ήταν πίσω μου και φόρτωναν. Τελικά, η Αργεντινή πέρασε στον ημιτελικό, το γκολ δεν το είδα, το γκομενάκι το έχασα και τις έφαγα κιόλας. Όποιος μου πει ότι οι βουβουζέλες δεν είναι το πιο εκνευριστικό πράγμα του παγκοσμίου κυπέλλου, δεν ξέρει τι του γίνεται!

Το κείμενο γράφτηκε για το 12ο τεύχος της Monitor (εφημερίδα πόλης σε Ηράκλειο, Κρήτη και περίχωρα)