Ο κλώνος επιστρέφει σπίτι

720x0_95_3_c_FFFFFF_b0935f6bb427531b884713bcfa1dd81e

Προθέρμανα το φούρνο στους 220 βαθμούς και έβαλα την ανάμνηση 384γ4 να ψηθεί. Έβαλα τα πλαστικά μου γάντια και την έβγαλα τοποθετώντας τη σε ένα αλουμινόχαρτο. Έκαιγε. Την τύλιξα και την έσπρωξα μέχρι την πόρτα. Έπειτα, μέχρι το δρόμο με το πόδι μου. Την έδεσα με ένα σχοινί από μια γωνία του αυτοκινήτου και την έσυρα μέχρι το λιμάνι. Πάρκαρα το αυτοκίνητο στο γκαράζ του πλοίου χωρίς να βγω και πήρα ένα ύπνο στο τιμόνι. Το πρωί βγήκα από το πλοίο και οδήγησα μέχρι το αεροδρόμιο. Έκοψα εισιτήριο και για τους δύο και την τοποθέτησα σε συρμάτινο κλουβί στο διπλανό κάθισμα. Ο επιβάτης του 24F με ρώτησε αν θα γαβγίσει. Του είπα να κάνει ησυχία γιατί τώρα κοιμάται. Απογειωθήκαμε στις 9 το πρωί, προσγειωθήκαμε στις 10. Του Νοέμβρη. Στον Άρη δεν είχε ατμόσφαιρα, αλλά η ουρά στο ταχυδρομείο ήταν μεγάλη. Έβλεπες ανθρώπους από όλες τις χώρες της Γης να έχουν έρθει ως εδώ με ένα κοινό σκοπό, να χρησιμοποιήσουν την νέα καινοτόμο διαπλανητική υπηρεσία αποστολής δεμάτων, μέσω της οποίας μπορούσες να στείλεις κάτι άυλο όπως μια επίπονη ανάμνηση και να πάρεις γραπτή εγγύηση ότι αυτή θα καταστραφεί δια παντώς. Αυτό προϋπόθετε μια συγκεκριμένη διαδικασία. Για να αποφευχθούν κοσμικές παραδοξότητες και χρονικά ασυνεχές, αλλά κυρίως για αποφυγή εκτεταμένων σιωπών και ανεπιθύμητων αμηχανιών σε συζητήσεις με οικεία πρόσωπα, θα έπρεπε αρχικά η επιθυμητή, δηλαδή η ανεπιθύμητη, ανάμνηση να καταγραφεί και να ταξινομηθεί στο εκάστοτε τοπικό ληξιαρχείο Σκέψεων, Ιδεών και Αναμνήσεων παίρνοντας μοναδικό σειριακό αριθμό. Στη συνέχεια, να θερμανθεί στους 220 βαθμούς ακριβώς σε οικιακό φούρνο, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και στη συνέχεια να τοποθετηθεί σε πυρίμαχο υλικό ή σκεύος για αντοχή στις κακουχίες και τις απαιτήσεις του διαπλανητικού ταξιδιού εν όψει. Με την άφιξη στη διαστημική βάση της νεόδμητης αποικίας στον Άρη, ο αποστολέας θα έπρεπε να την παραδώσει στο γκισέ του τοπικού ταχυδρομείου. Όλες οι υπό διωγμόν αναμνήσεις, θα στοιβάζονταν προσεκτικά σε ειδικές μίνι κάψουλες φτιαγμένες από ένα ειδικό νανοϋλικό που βρέθηκε στα έγκατα του κόκκινου πλανήτη και το οποίο παρουσίαζε την μοναδική ιδιότητα να αντιγράφει τη μορφή του περιεχομένου του με αποτέλεσμα να μπορεί σε αντίθεση με τους περιορισμούς της ύλης να ταξιδέψει μεγάλες κοσμικές αποστάσεις σε ανύποπτο χρόνο. Γιαυτό όλες οι αναμνήσεις τοποθετούνταν χωρίς κάποιο περιτύλιγμα, ατόφιες και γυμνές όπως γεννήθηκαν, για το τελευταίο ταξίδι. Κανείς δεν ξέρει τι συνέβαινε ή τι θα μπορούσε να συμβεί όταν όλες αυτές οι αναμνήσεις ακούμπαγαν τα γυμνά τους κορμιά η μια πάνω στην άλλη. Αν μια ανάμνηση είναι μόνο παρασιτική ή αν μπορεί να ευδοκιμήσει και γυμνή χωρίς ναναι ντυμένη στο δέρμα του ξενιστή της. Ή αν και μετά την απεμπλοκή από αυτόν, θα μπορούσε να ζήσει αυτούσια σε κάποιο κομμάτι του κοσμικού χάρτη, σε κάποιο αόρατο νεκροταφείο μαζί με αναρίθμητες άλλες, χωρίς να εκπέμπει, αλλά υπάρχοντας εν αγνοία του απαλλαγμένου ξενιστή, παρακολουθώντας αλλά μη μπορώντας να επέμβει την ώρα που εκείνος με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία θα την αντικαθιστούσε με κάποια μη τοξική, πιο αλαφροσήμαντη για να πάρει πίσω. Η επίπονη μνήμη ενός προσώπου κινείται γρηγορότερα από την ταχύτητα του φωτός προς τον ορίζοντα γεγονότων μιας μαύρης τρύπας την ώρα που ο παλιός της κάτοχος την αντικαθιστά με την ανάμνηση ενός γαργαλήματος στις πατούσες από τον γονιό κατά την βρεφική ηλικία. Μια τραυματική παιδική εμπειρία σε λίγο πάει για ύπνο και στη θέση της ξυπνάει η μαρτυρία ενός τυχαίου ροχαλητού. Η νέα σύνθεση της μνήμης είναι πια έτοιμη. Αποθηκεύεται ώστε να μπορεί να επαναφορτωθεί στη συνειδητότητα του ξενιστή όπως ένας υπολογιστής που δημιουργεί ένα σημείο επαναφοράς στο οποίο μπορεί να γυρίσει μετά την προσβολή από κάποιο ιό. Ο κλώνος επιστρέφει σπίτι.

 

Advertisements

ιστορία σε πρώτο απρόσωπο

1781366b65180657ad5448f574858f8d

σκόνταφταν τα λόγια και έπεφταν και όσο οι λέξεις δεν έβγαιναν, τα γόνατα μάτωναν και όσο οι λέξεις δεν σε έβρισκαν στην άλλη γραμμή, το δέρμα σκιζόταν πάνω στο οδόστρωμα, εκεί που μετά από 30 μέτρα που παραπατούσα χωρίς να μπορώ να σηκωθώ, λύγισα και έπεσα. ο μπελμοντό στο α μπου ντε σουφλ σηκώθηκε, ξεσκονίστηκε, χαμογέλασε, αστειεύτηκε, οι κάμερες έκλεισαν, τα φώτα έπεσαν και πήγε σπίτι του να κάνει ένα ζεστό μπάνιο. εγώ κρύο ντους. ή πόσο θα το ήθελα. να κλείσω τα μάτια και να ανοίξουν οι ουρανοί και να με πυροβολούν όπως είμαι ξαπλωμένος στο κράσπεδο και το γδαρμένο δέρμα να δροσίζεται, το πρόσωπο να λυτρώνεται, το χαμόγελο να ανεβαίνει στις ρυτίδες των ματιών και τα χέρια να ρίχνουν σπαθιές στην γραμμικότητα του χρόνου κάνοντας την κομματάκια. βαφτίζω όποιο πριν θέλω τώρα και όποιο τώρα θέλω το στέλνω στον αγύριστο. κάνω το δικό μου σενάριο και λέω τη δική μου ιστορία. και είναι μια ιστορία που δεν έχει τέλος ούτε αρχή, ούτε καλούς και κακούς. μόνο πρώτο πρόσωπο. η ζωή συμβαίνει σε πρώτο πρόσωπο, η ιστορία εκτυλίσσεται σε πρώτο πρόσωπο, άρα η ζωή είναι ιστορία και η ιστορία ζωή. άνοιξα την πόρτα και είδα τη λόλα. περίμενα τον κώστα να ανοίξει πέντε λεπτά και άρχισα να εκνευρίζομαι. άκουσα το κουδούνι και ένιωσα ότι τη γλύτωσα αλλά εκείνος άργησε να απαντήσει και εκείνη με χτύπησε και το σιχαίνομαι το χτύπημα της γιατί με χτυπάει πάντα στο ίδιο σημείο και εκεί πονάω περισσότερο. με είχαν ξεχάσει ανοιχτή και έπαιζα μια εκπομπή που ακόμα και η ίδια βαριόμουν να παίξω αλλά κυρίως με ενοχλούσε ότι κανείς δεν μου έδινε σημασία κάτι που όταν συμβαίνει με κάνει να νιώθω ότι είναι σαν να μην υπάρχω. με λένε κώστα. με λένε λόλα. με λένε πόρτα. με λένε τηλεόραση. αγαπάω τη λόλα. δεν αγαπώ τον κώστα. μου αρέσουν τα κρουτόν αλλά ποτέ δεν έχω φάει. φοβάμαι ότι θα πεθάνω μόνη σε αυτό το δωμάτιο. σκέφτομαι να της κάνω πρόταση γάμου, θα γίνει κάπου ρομαντικά, θέλω να είναι έκπληξη, θέλω να πει ναι. μια από αυτές τις μέρες θα του πω να χωρίσουμε νιώθω ότι θέλω μια αλλαγή τελευταία, υποκρίνομαι και στο σεξ και με μισώ που το κάνω αυτό. αναρωτιέμαι αν όντως μερικές φορές βλέπει ότι υπάρχει κουδούνι ή αν το κάνει επίτηδες. ο ψυχολόγος μου είπε ότι είναι φυσιολογικό να αισθάνομαι έτσι και αυτό με έκανε να αισθανθώ χειρότερα γιατί σκέφτηκα πόσες θλιμένες τηλεοράσεις σαν και μένα υπάρχουν εκεί έξω. κοίτα, σκέφτηκα κάποια πράγματα και νομίζω ότι θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου μαζί σου, δες πίσω μας φώτισα την Ακρόπολη με το αγαπημένο χρώμα των νυχιών σου. κώστα, αυτό είναι που έχω βαρεθεί σε σένα, είσαι υπερβολικά μελό, με πιέζεις να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα σαν να μην είναι κάτι δικό μου αλλά σαν κάτι που ξέρω ότι δεν είναι, κάτι φτιαχτό κάτι που πιστεύεις ότι θα με κάνει να νιώσω καλύτερα και αυτό το βρίσκω στημένο και νιώθω ότι δε θέλω να είμαι μαζί σου πια. αν μπορούσα να έχω να λυχνάρι και να κάνω μια ευχή και να την εξαντλήσω μονομιάς δε θα ζητούσα πολλά, απλά την επόμενη φορά που θα πήγαινε να με χτυπήσει στο ίδιο σημείο, θα άνοιγα μόνη μου και ξέροντας με πόση δύναμη της αρέσει να το κάνει, θα έπεφτε μέσα και θα γέλαγα τόσο πολύ που θα έτριζα από χαρά. πάλι λείπουν και με έχουν αφήσει άσκοπα ανοιχτή, αναρωτιέμαι αν η ζωή έχει κάποιο βαθύτερο νόημα ή αν η αποστολή μου εξαντλείται στο να βάζουν πάνω μου ποτήρια ή να με χτυπάνε όταν δεν συγχρονίζεται σωστά ο δορυφόρος λες και φταίω εγώ ακόμα και για το φαινόμενο του θερμοκηπίου ή για τους σεισμούς και το ότι έχασε η ομάδα του. οκ ξέχνα την πρόταση εγώ θέλω να είμαστε μαζί, δες και την Ακρόπολη, γύρισε πάλι στον κανονικό φωτισμό, όλα από δω και μπρος θα είναι κανονικά, δεν θέλω να νιώθεις πίεση, πάμε σπίτι, ξέχνα το. δεν θα αλλάξει τίποτα και το ξέρεις, είναι αυτό που είσαι και εγώ αυτό που είμαι, δεν νιώθω ο εαυτός μου μου, δεν ξέρω τι νιώθω. μερικές φορές ξεχνάω ότι είμαι πόρτα, αλλά όταν κάποιος έρχεται να κοιτάξει από το ματάκι μου, βλέπω την αντανάκλαση μου στα μάτια τους. τις προάλλες έδειχνα μια εκπομπή που κάποιοι μίλαγαν για το κάρμα, μάρεσε η λογική ότι αν κάνεις καλές πράξεις το σύμπαν θα στις επιστρέψει, η άλλη εκπομπή για την μετενσάρκωση με έριξε όμως ψυχολογικά, δε θέλω όταν πεθάνω να γυρίσω πίσω πάλι σαν τηλεόραση, ακόμα και αν έχω πολλά εκατομύρια χρώματα, ελπίζω το κάρμα να μην είναι απλά ένα διαφημιστικό κόλπο για να μου κοτσάρουνε περισσότερα κουμπάκια. ο κώστας και η λόλα άνοιξαν την πόρτα και κάθισαν στον καναπέ. “άσε την τηλεόραση να παίζει” ήταν αυτό που του είπε λίγο πριν αποκοιμηθούν. το επόμενο πρωί θα σηκωνόταν να φύγει για πάντα και θα ήταν τόσο χαρούμενη. λίγο περισσότερο χαρούμενη από την πόρτα. λίγο λιγότερο από την τηλεόραση.

βήχαζ

anna-karina-black-and-white-couple-film-Favim.com-666904

ήταν το τρίτο σφηνάκι έλα μωρέ και ήδη άρχισε να νιώθει μεθυσμένος. παλιότερα άντεχε περισσότερο, τώρα το συκώτι κουρασμένο πια, ατροφικό, σαν το μυαλό, δεν είχε σκέψεις παρά μόνο χμ και δηλαδή ναι, αλλά όχι άστο καλύτερα μήπως να το αφήσουμε πέρασε και η ώρα. θα κοιμηθείς; όχι μόνο θα αναπνέω δίχως να βλέπω, απλά θα επικεντρωθώ στην αναπνοή, φέρε μου ήλιο και εγώ θα το κάνω διοξείδιο του άνθρακα να γίνει νέφος πάνω από την πόλη, να βήχω μέχρι να μην υπάρχει άλλο τραγούδι που θα μπορεί να καπελώσει αυτό το βήχα, να του βάλω και μπιτάκια να γίνει νούμερο ένα στα τσαρτ και όλοι να λένε τον πούστη που το σκέφτηκε και που νάξεραν ότι όλο αυτό ήταν μια αλλεργική αντίδραση και τίποτα περισσότερο, η ιδέα του ενός εκατομυρίου που νίκησε όλες τις άλλες ιδέες και όλους τους άλλους λάρυγγες, σε διάρκεια ένταση επαναληψιμότητα επιμονή απονομή χρυσός πλατινένιος δίσκος, τα όσκαρ του λαιμού, φαινόταν από μικρός, τον έστειλε ο πατέρας του για σπουδές και αυτός σπούδασε Γκοντάρ, τσιγάρο και μπαγκέτα και ακόμα θέλει τριπλό υπότιτλο για να καταλάβει τι λένε οι ταινίες, η ζωή, οι Καρίνες, εκείνο το γαλλικό τραγούδι με τα πολλά ζήτα για ένα κατά φαντασία ασθενή που ο διάβολος τον καταδίκασε να ιογενεί να ιοσκορπά να ιοσκατά οποιονδήποτε εντός βεληνεκούς του ιδιότυπου του βήχα που ο ίδιος ονόμασε τραγούδι και ο κόσμος τον πίστεψε συνεχίζοντας να του λέει μπράβο πόσο ωραία τραγουδάει με όλα αυτά τα φωνήεντα και όλα τα ζήτα τα λάμδα τα γάμα σαν γάλλος τροβαδούρος που αντί για στίχους έκλινε συνεχόμενα το ίδιο ρήμα σε όλους τους χρόνους και φτου από την αρχή χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τίποτα ή να ντρέπεται να παραδεχτεί ότι δεν καταλάβαινε τίποτα μην τον περάσουν για αγράμματο, ότι δε μπορεί να εκτιμήσει την τέχνη που παράγεται όταν μια δυνατή απελευθέρωση αέρα από τους πνεύμονες κατά την εκπνοή βρίσκει αντίσταση στην επιγλωττίδα και δημιουργεί ένα έντονο ήχο.

φερεμμονές

734d9b338974b6c90eaa5fffc8909073

Ένα αγόρι και ένα κορίτσι μπαίνουν μέσα σε ένα ζαχαροπλαστείο. Το αγόρι περιμένει στην ουρά. Το κορίτσι δεν. Βγάζει τα ρούχα και μένει μόνο με το μαγιό. Βουτάει στην πισίνα. Το νερό είναι κρύο. Στο ψυγείο του χασάπικου ήταν πιο ζεστά σκέφτεται. Το αγόρι σκέφτεται οτι το κορίτσι σκέφτεται ότι το αγόρι σκέφτεται τι να σκέφτεται το κορίτσι αλλά αυτό δεν επιφέρει μεγαλύτερη αλλαγή στη θερμοκρασία του κοριτσιού απότι επιφέρουν κάποιες γρήγορες κυκλικές κινήσεις των άκρων. Ένας κύριος με τραγιάσκα φώναζει να μην καθυστερεί η ουρά γιατί έχουμε και δουλειές. Δεν. Το αγόρι παίρνει ένα διθέσιο καναπέ που γίνεται κρεβάτι, δύο ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες και τρία ντόνατ με τρύπα. Δίνει τα χρήματα στο μπάρμαν και σουτάρει τρίποντο το ένα εκ των τριών ζαχαρωτών σωσιβιών στο κορίτσι. Εκείνη το φοράει κολακευμένη καθώς είναι ένα νούμερο μικρότερο. Τα παιδιά στη γωνία δεν γνωρίζουν τι είναι η φερομόνη. Εκείνη γνωρίζει ότι δε θέλει να τη φέρει μόνη. Εκείνος γνωρίζει ότι δε θέλει να φέρει μουάρ και μουρμουάρ φεύγοντας. Αύριο θα πάμε και στο μανάβικο που έχουν θερμαινόμενη πισίνα.

αζλ

tumblr_mjwdd9LRn01qac561o1_1280.png

Έχασε τον αυτοέλεγχο του και έδωσε μια μπουνιά στις λέξεις του και αυτές έσπασαν σε χίλια κομμάτια, γεμίζοντας το χώρο με διάσπαρτα γράμματα του αλφαβήτου όπως εκείνα που παλιά του έβαζε η μάνα του στη σούπα και εκείνος απλά τα έτρωγε. Τώρα δεν είχε όρεξη ούτε να φάει, αλλά ούτε και να περισυλλέξει ότι απέμεινε. Σαδιστικά απολαμβάνε την αποδόμηση του εαυτού του να αιωρείται στο χώρο. Παζλ που άνοιξε ένα βράδυ με τα κομμάτια του να κατακλύζουν το τραπέζι πάνω στο οποίο έτρωγε, τώρα αυτά έτρωγαν αυτόν. Σαν τα κομμάτια να ξύπνησαν και να απέκτησαν συνείδηση και αποστολή και η αποστολή αυτών των δέκα χιλιάδων κομματιών να ήταν να μη θανατωθούν ποτέ σε κορνίζα. Κάθε προσπάθεια ένωσης, σύμπτυξης, ένταξης σε κάποιο ενιαίο νόημα μάταιη. Εναντίωση σε κάθε βούληση του αγοραστή που απέκτησε το δικαίωμα στο κουτί αλλά όχι στο περιεχόμενο. Παρά τις προσπάθειες του για ένωση, οι λέξεις θα τα κατάφερναν να αντισταθούν, να παραμείνουν ανένωτες, στέρεες, ανεξάρτητες κάνοντας πλιάτσικο όχι μόνο στο τραπέζι αλλά και στο σπίτι. Το γιατί άλλαζε συνεχώς κανάλια στο τηλεκοντρόλ, περιμένοντας το όμως να σταματήσει να πειράζει εκείνη την παρέα από τα θα που ανοιγόκλειναν τα συρτάρια του κομοδίνο. Μες την μπανιέρα τσαλαβουτούσαν τα χαριτωμένα τέλωσπαντων που φανέρωναν εντυπωσιακά αδιάβροχες ιδιότητες, κάτι που δε θα μπορούσε κάποιος να πει για τα ναι και τα όχι τα οποία σε θέσεις μάχης οχυρώνονταν πίσω από τα μαχαιροπήρουνα. Η λογική με το παράλογο πάντως έμοιαζαν να τα βρίσκουν κάτι που εκνεύριζε τον εαυτό το ε του οποίου προσπαθούσε να αποχωριστεί το αυτός τρίβοντας το σε μια από τις αιχμηρές γωνίες του τραπεζιού το ένα πόδι του οποίου έπαιζε. Σε μια στιγμή περισσότερο υπακοής παρά παρέμβασης, σηκώθηκε, πήρε ένα τυχαίο κομμάτι που βρήκε μπροστά του και το σφήνωσε κάτω από το προβληματικό πόδι αποκαθιστώντας τη σταθερότητα του τραπεζιού βοηθώντας την προσπάθεια του ε. Το αυτός έπεσε στο πάτωμα. Δίπλα του κείτονταν άλλα τρία κομμάτια, το που το δεν και το είσαι. Θυμήθηκε ότι ποτέ δεν του άρεσαν τα παζλ και πήγε να κάνει ένα μπάνιο με τα τελωσπάντων, γιατί σε μια ώρα έπρεπε να συναντηθεί με τον Αντισθένη.

 

ερωτοστοιχία 204

Μάτια ερμητικά κλειστά. Με κοιτάζω να ονειρεύομαι. Τρέχω. Είμαι πίσω από ένα τρένο που κινείται και η ταχύτητά μου δεν είναι ικανή να με βοηθήσει να το προλάβω. Όταν κουράζομαι, η απόσταση μεγαλώνει, όταν πεισμώνω, η απόσταση μικραίνει. Δεν φτάνω ποτέ, αλλά δεν τα παρατάω. Και δεν σκέφτομαι, απλά τρέχω. Το βλέμμα μου ανοίγει: το τρένο περνάει από καταπράσινες πεδιάδες και εξοχές που έχω δει μόνο στις ταινίες, αλλά εγώ χαμπάρι δεν παίρνω. Το κάτι σαν ένστικτο μου λέει ότι αν σταματήσω για να κοιτάξω, θα χάσω το τρένο. Αν σταματήσω να τρέχω, ίσως το όνειρο σταματήσει και όλος μου ο κόπος θα είναι μάταιος. Το τρένο θα έχει φύγει. Εκείνη θα έχει φύγει.

Οι πιο πολλές ερωτικές ιστορίες θυμίζουν εκείνο το τρικ με τις λέξεις: Ανεξάρτητα πως είναι κατανεμημένα τα γράμματα εντός τους, το νόημα στην ανάγνωση τους παραμένει αναλλοίωτο, αν η αρχή και το τέλος είναι εκεί. Σαν αυτά που συνέβησαν στο ενδιάμεσο να είναι τα λιγότερο σημαντικά, μελάνι χυμένο άναρχα οι λέξεις που γεμίζουν το μυθιστόρημα-τσέπης που συν-εγράφη, με την αγωνία να αναλώνεται στο πόσο διαφορετικά ξεκίνησε και από πόσο ψηλά έπεσε, ξέπεσε, κατέπεσε με την προσγείωση σπάνια να φέρνει στο νου τα δεκάρια της Κομανέτσι.

Την Ο. τη γνώρισα πριν κάτι μήνες. Δεν μου πήρε πολλή ώρα να καταλάβω ότι είμασταν και οι δύο απόφοιτοι από το ίδιο πανεπιστήμιο σε παρόμοιες σχολές ο καθένας. Το δικό της πτυχίο έλεγε με έντονα μαύρα επίχρυσα γράμματα ότι δεν μπορούσε να ερωτευτεί, ενώ το δικό μου σε αντίστοιχα εμφατική γραμματοσειρά ότι δεν μπορούσα να αγαπήσω. Ήταν η πρώτη φορά που γνώριζα κοπέλα από το ίδιο πανεπιστήμιο με μένα και άμεσα αναρωτήθηκα πως ήταν δυνατόν να μην είχαμε γνωριστεί, πως ήταν δυνατόν να μην είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας ως τότε, σε κάποια αίθουσα, σε κάποιο κοινό μάθημα. Ειδικά σε εκείνο το μάθημα του “πως να κερδίσετε πόντους στο πρώτο ραντεβού” πήγαινα συχνά, ενώ σε εκείνο του “πως να τον/την ρίξετε στο κρεβάτι”, το αμφιθέατρο έσφυζε από κόσμο και με τον καιρό γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας. Κατέληξα ότι πρέπει να πήγαινε στο μοναδικό μάθημα στο οποίο δεν πάταγα το πόδι μου: στο “πως να μην ερωτευτείτε το λάθος πρόσωπο”.

Ερωτευτήκαμε με τον μόνο τρόπο που ερωτεύομαι: γρήγορα. Και όπως κάνουν οι ερωτευμένοι, εξαφανιστήκαμε για λίγο καιρό. Δηλαδή, μπορεί να είμασταν μαζί με άλλους, αλλά ήταν σαν να είμασταν μόνοι, σαν να είμασταν αλλού. Το δικό μου τώρα είχε σκάψει το χώμα και είχε βρει εκείνη τη μαγική σήραγγα του Βερν που οδηγούσε στους κάτω κόσμους, αλλά εκεί δεν είχα βρει λάβα ή τεκτονικές πλάκες να τσακώνονται, αλλά ένα μέρος υπερβολικά παραδεισένιο, όπου είχαμε στη διάθεση μας όλη τη χρυσαφένια άμμο του κόσμου για να χτίσουμε κάστρα που δε θα πέσουν ποτέ. Μόνο που οι θάλασσες του παραδείσου μας ήταν υπερβολικά αλατισμένες και όλα τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο φάνηκαν άχρηστα ή έστω το παρόν μάθημα ήταν εκτός εξεταστέας ύλης.

-Με αγαπάς;

-Νομίζω.

-Δεν είσαι δηλαδή σίγουρη;

-Όχι. Δηλαδή μερικές φορές νιώθω ότι σε αγαπάω, αλλά είναι κάποιες στιγμές, δευτερόλεπτα, που κάνω σκοτεινές σκέψεις και νιώθω εντελώς μόνη παρόλο που είσαι δίπλα μου.

-Θα ήθελα να μπορώ να ράψω το χρόνο στα μέτρα μας. Να πετάξω εκείνα τα περιττά, σκοτεινά δευτερόλεπτα με δύο ψαλιδιές και να φορέσουμε μαζί κάτι νέο.

-Μακάρι να μπορούσες να το κάνεις αυτό.

-Νιώθω ότι είσαι ένα άγριο τριαντάφυλλο, από εκείνα με τα μεγάλα αγκάθια που δεν φαίνονται αν δεν τα δεις από κοντινή απόσταση. 

-Εγώ μερικές φορές δεν μπορώ να δω καν από κοντινή απόσταση.

Επιστρέφω στο όνειρο και ψάχνω τον πρωταγωνιστή. Τον εντοπίζω σε μια παράλληλη διάσταση, στην οποία τα σκηνικά είναι εξίσου όμορφα, αλλά έχουν χρώμα γκρι, με τον αέρα που σηκώθηκε και δροσίζει το ιδρωμένο πρόσωπο να είναι τόσο έντονος που τον νιώθω και εγώ. Εκείνος συνεχίζει να τρέχει, αλλά αυτή τη φορά, για να ξεφύγει. Το τρένο είναι τώρα πίσω του. Όταν κουράζεται, η απόσταση μικραίνει. Όταν πεισμώνει, η απόσταση μεγαλώνει. Αλλά δεν γίνεται ποτέ ασφαλείας. Σαν ένα αόρατο σκοινί να δένει το τρένο με τον πρωταγωνιστή, με το παράδοξο να είναι ότι το σκοινί δεν είναι τεντωμένο, αλλά χαλαρό, σαν ένα παιχνίδι του μυαλού μες το μυαλό ότι μπορείς ανά πάσα στιγμή να σταματήσεις, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αλλαγή. Σκέφτομαι να το κάνω για να δω τι θα γίνει: άραγε το τρένο θα εξαφανιστεί ή θα γίνω κομματάκια;

Η Ο. πάντως εξαφανίστηκε όσο απρόσμενα μπήκε και στη ζωή μου και σαν χελιδόνι φτερούγισε μακριά. Σκέφτηκα ότι οι καθηγητές της θα ήταν περήφανοι.

Εγώ ήμουν στην παράλληλη ονειρική μου πραγματικότητα. Τώρα πια μες στο τρένο. Καθισμένος σε ένα από τα κουπέ ενός βαγονιού, με την κίνηση μου αυτή τη φορά να προέρχεται από την αμαξοστοιχία και όχι από τα πόδια μου. Ξεφυλλίζω μια εφημερίδα και στη σελίδα 17 πέφτω πάνω σε ένα επιστημονικό άρθρο το οποίο αναφέρεται στο φαινόμενο της πεταλούδας: στο πως φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα που συνέβησαν αρκετά μακριά μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στις ζωές μας με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις τυχαίες στιγμές που προέκυψαν επειδή απλά όλες οι μεταβλητές έτυχε να συγχρονιστούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αντιλαμβάνομαι λεπτομέρειες στις οποίες πριν δεν έδινα καμία σημασία. Στις οποίες μάλιστα θα συνέχιζα να μην δίνω σημασία, αν δεν ήμουν σε ΑΥΤΟ το τρένο ΑΥΤΗ τη στιγμή, να διαβάζω ΑΥΤΟ το άρθρο από την εφημερίδα που έπεσε από τα χέρια του γεράκου από την απέναντι θέση που κουράστηκε να ταίζει το εγγονάκι του να πιει ένα ολόκληρο κουτί με γάλα. Θυμήθηκα ότι έκατσα εκεί επειδή έγινε μπέρδεμα με τα εισιτήρια και κανονικά έπρεπε να είμαι σε άλλο βαγόνι, ενώ άλλαξα την τελευταία στιγμή τον προορισμό μου μετά από εκείνο το ξαφνικό τηλεφώνημα της Ελένης, την οποία γνώρισα μόλις πριν από μια βδομάδα. Αντίστοιχα, σκέφτηκα και όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που μέτρησαν τόσο πολύ στη ζωή μου και για τις οποίες δεν είχα ιδέα. Συνέβησαν μακριά από μένα, χωρίς εμένα και στις οποίες δεν είχα ούτε λόγο, ούτε επιρροή. 

Η αν-ησυχία των υπαρξιακών αναζητήσεων μου σταμάτησε άγαρμπα, τη στιγμή που ένιωσα το τρένο να σταματάει βίαια στη μέση της διαδρομής. Ανοιξα την πόρτα και μια υπάλληλος με ενημέρωσε για το τι συνέβη: Κάποιος τρελός ήταν στις ράγες με την πλάτη γυρισμένη και ο οδηγός προσπάθησε, αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει, με αποτέλεσμα το τρένο να τον καταπλακώσει. Κοίταξε το ρολόι της και με ενημέρωσε ότι στις 6.30 το τρένο θα έχει φτάσει στον προορισμό. Αναρωτήθηκα αν ο τύπος προσπαθούσε να ξεφύγει από το τρένο ή αν κυνηγούσε τη σύγκρουση του με αυτό. Τον φαντάστηκα να χαμογελάει σαρδόνια λίγο πριν το κορμί του νιώσει το μεταλλικό όχημα να τον συντρίβει. Ένας επαναλαμβανόμενος ήχος από μήνυμα στο κινητό συγκρούστηκε με το όνειρο και το αφάνισε. Ήταν η Ο.

Η νύχτα που χάθηκε ο Θεός

up1

Δύο χρόνια και 35 μέρες μετά. Φυσικά και δεν είχε ξεχάσει εκείνο το βράδυ. Αλλά ο χρόνος είχε κάνει καλή δουλειά και ότι τότε έμοιαζε σαν ένας τοίχος που υψονώταν ως τον ουρανό χωρίς πόρτες, τώρα ήταν πιο εύκολο. Μπορούσε δηλαδή πια να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη. Οι ενοχές δεν θα τον άφηναν και ποτέ, αλλά πια απλά τον κράταγαν από το χέρι και δεν τον έπιαναν από το λαιμό. Όταν ενώ εσύ αλλάζεις, το περιβάλλον δίπλα σου, παραμένει αναλλοίωτο, είναι συνήθως ευκολότερο να υποκριθείς ότι είσαι ακόμα ο ίδιος και ας μην είσαι, κάνοντας τα ίδια πράγματα, μιλώντας με τον ίδιο τρόπο, προσποιούμενος ότι είσαι εσύ και ας μην είσαι, κάνοντας την καλύτερη δυνατή ερμηνεία του εσένα του πριν, η οποία δεν χωράει λαθών, καθώς όσο λιγότερα λάθη, τόσο περισσότερο ομαλή, μη παρατηρητέα, η μετάβαση στο νέο μετά. Άλλωστε και πριν δούλευε σε εκείνη τη δουλειά, ήταν παντρεμένος με την ίδια γυναίκα και είχε τα δύο ίδια παιδιά και ας ήταν τώρα μεγαλύτερα. Μερικές φορές ήθελε να φωνάξει, να εκμυστηρευεί το μυστικό τουλάχιστον στη γυναίκα του, αλλά το ανέβαλε τόσες πολλές φορές που πια δεν μπορούσε να το πει, σαν κάθε φορά που το ανέβαλε να το έσπρωχνε ένα μέτρο πιο βαθιά στη Γη και πια ήταν υπερβολικά βαθιά για να μπορεί να το ανασύρει.

Είχε κερδίσει και είχε χάσει μερικά πράγματα. Είχε κερδίσει ότι οι ενοχές δεν ήταν πια τόσο ασφυκτικές, είχε κερδίσει ότι μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια σχεδόν κανονικά, είχε κερδίσει το γεγονός ότι κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα: οικογένεια, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, ενώ είχε κερδίσει την ηρεμία που δεν είχε τους πρώτους έξι μήνες που περίμενε εκείνο το εφιαλτικό τηλέφωνο που κάποιος με σοβαρή φωνή θα τον ζήταγε με το επώνυμο του ή το ακόμα εφιαλτικότερο εκείνο χτύπημα στην πόρτα, κάποιου που θα ΗΞΕΡΕ που στον οποίο θα έπρεπε είτε να παραδοθεί είτε ακόμα χειρότερα να δικαιολογηθεί. Είχε χάσει όμως τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Έπαιζε το ρόλο του να είναι αυτός, έχοντας όμως για πάντα και αμετάκλητα αλλάξει. Σαν εκείνο το μυστικό να ήταν ένα παρασιτικό σκουλήκι που τον έτρωγε κάθε μέρα και πιο πολύ – που έπαιρνε σιγά σιγά τον έλεγχο των κυττάρων του αλλοιώνοντας τον, δημιουργώντας μια μετάλλαξη ενός ανθρώπου-μάσκα, ενός ανθρώπου μονίμως ωσεί παρών γιατί ο πραγματικός είχε μείνει για πάντα εκείνο το βράδυ πίσω από ένα τιμόνι, να κοιτάζει το θέαμα που φώτιζαν οι προβολείς του, μια μοτοσικλέτα δεξιά στην άκρη του οδοστρώματος, ένα σώμα που μετά το χτύπημα δεν κινούταν στο έδαφος, το υγρό εκείνο που δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν λάδια ή αίμα στην άσφαλτο, σαν να το μυαλό του να είχε αναλάβει πρώτο την πρωτοβουλία να θολώσει την κρίση, λίγο πριν οπλίσει το πόδι να πατήσει το γκάζι σαν να μην υπάρχει αύριο και να μην κοιτάξει ποτέ ξανά πίσω. Αυτή η εκκίνηση από εκείνο το παρόν σε ένα παντελώς διαφορετικό μέλλον, αλλά με ίδιους κομπάρσους και το ίδιο φόντο που κάθε μέρα που θα περνούσε θα προσπαθούσε να νιώσει λίγο λιγότερο παλιάνθρωπος. Αν κάποιος θα τον είχε σκοτώσει για αντεκδίκηση, θα το δεχόταν σιωπηλά, αλλά αφού το δικό του το κουφάρι είχε ακόμα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τροφοδοτούσε ένα υποτυπώδη παλμό, θα συνέχιζε με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ξυπνούσε από τον εφιάλτη που ήταν τώρα η ζωή του που άλλαξε εκείνη τη στιγμή χωρίς επιστροφή.

Σκεφτόταν πόσοι ακόμα άνθρωποι ζουν τις ζωές τους μέσα σε ένα ψέμα, πληρώνοντας ένα μεγάλο λάθος μιας στιγμής που έρχεται απροσδόκητα και αλλάζει όλα όσα είχες δεδομένα, είτε από αμέλεια είτε εν γνώσει, εγκληματίες ή κορόιδα, αφελείς ή λαμόγια. Διάβαζε για ιστορίες δολοφόνων ή εγκληματιών για να νιώσει λίγο καλύτερα, κάνοντας οποιαδήποτε σύγκριση θα έμοιαζε κολακευτική. Και μετά πήγαινε πιο βαθιά. Ιστορίες εγκληματικής αμέλειας, το προφίλ ανθρώπων που έκαναν ένα λάθος που στοίχισε τη ζωή σε κάποιον άλλο, ένα λάθος για αυτούς τραγικό, αλλά ταυτόχρονα θανάσιμο. Για εκείνο το χειρούργο που έκανε λάθος σε μια επέμβαση ρουτίνας με αποτέλεσμα να πεθάνει εκείνο το νεαρό αγόρι. Για εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα που αποδόθηκε σε εγκληματική αμέλεια του συγκυβερνήτη. Για τους εργαλάβους που έφτιαξαν την εξέδρα σε εκείνο το γήπεδο που κατέρρευσε γεμάτη από κόσμο. Μια στιγμή απώλειας ελέγχου, αφηρημάδας, κακής κρίσης, πανικού, που χαρακώνει ζωές αυτουργών και θυμάτων για πάντα. Φυσιολογικές ζωές που σταματάνε βίαια και άλλες που εκτροχιάζονται χωρίς γυρισμό. Μάζεψε όσες περισσότερες ιστορίες μπορούσε να μαζέψει και γέμισε ένα βιβλίο με αποκόμματα. Όσο περισσότερο έψαχνε, τόσα περισσότερα έβρισκε. Παντού, συχνά, για πάντα. Ένας γιγαντιαίος τόμος με επαναλαμβανόμενες ιστορίες, για το πόσο ανεξέλεκτα συνδεδεμένες είναι οι ζωές των ανθρώπων και πόσο τοξικές είναι κάποιες συναντήσεις ή κάποιες στιγμές, πόσο απροστάτευτες από το αναπόφευκτο, το τραγικό, το μοιραίο. Όσο μεγάλωνε η λίστα αυτή, τόσο χανόταν περισσότερο μέσα στην απεραντοσύνη των αρνητικών ενδεχομένων και ένιωθε να ζει σε ένα κόσμο χωρίς Θεό. Άσχετα αν ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε από Θεό, αν υπήρξε γενικά Θεός, εκείνος ήταν πεπεισμένος που εδώ και πολλά χρόνια, δεκαετίες, αιώνες, ο Θεός είχε σταματήσει να υπάρχει. Σαν να αρρώστησε κάποια στιγμή και ο χειρούργος του είχε κάνει θανάσιμο λάθος στην επέμβαση ή σαν να οδηγούσε και κάποιος να ήρθε και να έπεσε ξαφνικά κατά πάνω του από το αντίθετο ρεύμα.