Ο δικός μου Βόρειος Πόλος

2302326521_15f23dcca9_b

Στο Βόρειο Πόλο, εκεί, θέλω να ταξιδέψω, εκεί που ο ορίζοντας ποτέ δεν τελειώνει, που η νύχτα ποτέ δεν έρχεται και η μέρα ποτέ δεν νυχτώνει

Στο Βόρειο Πόλο, ο χρόνος σταματά, στέκεται, δεν προχωράει

Και ο ήλιος που δεν χαμηλώνει ποτέ σε κοιτάει στα μάτια μέχρι να τον κοιτάξεις και εσύ, να τον αντιμετωπίσεις

Στο Βόρειο Πόλο, βρίσκεται ο παράδεισος σου και η κόλασή σου μαζί, νιφάδες του χιονιού που καίνε το παγωμένο δέρμα και άλλες που το δροσίζουν γιατί στην αλήθεια εσύ καις

Στο Βόρειο Πόλο, το χιόνι καλύπτει το χρόνο, καλύπτει τις συνήθειες και αποκαλύπτει τις πιο ερμητικά κλειστές σου αισθήσεις

——————————————————————————————————————————————————–

Όσοι πάνε στο Βόρειο Πόλο, μετρούν την ώρα για να ξαναπάνε

Όταν το κάνουν όμως ανακαλύπτουν ότι τίποτα δεν είναι όπως πριν και μετανιώνουν

Μετανιώνουν που πήγαν εκεί την πρώτη φορά, μισούν αυτό το καταραμένο μέρος και προσπαθούν να το ξεχάσουν

Προσπαθούν να το ξεχάσουν για να ξαναπάνε

To κείμενο γράφτηκε πέρσι την Άνοιξη. Μπορεί να βρεθεί και στο χειμωνιάτικο 21ο τεύχος της Monitor που κυκλοφόρησε στις 15 του Δεκέμβρη.

Advertisements

μπουκέτο

Θυμάμαι όλα εκείνα τα καλοκαίρια που έμοιαζαν αιώνια, το ΤΩΡΑ το πλατύ, σαν μια αγκαλιά που όλους μας χώραγε μέσα. Θυμάμαι και το μετά το άγνωστο που δεν το κάναμε παρέα και το πόσο γελάγαμε. Γελάγαμε με κάθε αφορμή, όλα ήταν παιχνιδιάρικο άγγιγμα στην μασχάλη την υπερευαίσθητη και για όλα τα άλλα, ευθαρσώς και αυθορμήτως αναίσθητοι. Ήμασταν 17, 18, 19, 20 και όλη μας η ζωή ήταν αυτό το καλοκαίρι που δε θα τέλειωνε ΠΟΤΕ.

Τα καλοκαίρια που ήρθαν μετά έφεραν και άλλες χαρές, αλλά φέρανε μαζί και τα πριν και τα μετά τους να τα κουβαλάμε στο σακίδιο που όλο βάραινε τις πλάτες και έδινες νέες μορφές στο πρώτο πληθυντικό μας. Η ξενοιασιά έδωσε σιγά σιγά τη θέση της στη ματαιότητα, τους καρπούς της οποίας τους δαγκώσαμε με όλη μας τη δύναμη. Θεοποιήσαμε την έννοια της σύμπτωσης κοιτώντας πίσω και αποθεώσαμε την αξία της προκαταβολής των πάντων για να κοιτάξαμε μπροστά. Κοιτάξαμε δε τόσο πολύ μπροστά που τα μάτια πόνεσαν και φορέσαμε φακούς-επαφής-με-το-μπροστά και ας μην είχαμε μυωπία. Γίναμε ανθεκτικοί στον πόνο και ταυτόχρονα φυγόπονοι, ενώ μιμηθήκαμε κάθε έρωτα στον επόμενο, νοσταλγώντας τον προηγούμενο και παραδοθήκαμε άνευ όρων στις αδυναμίες μας. Κερδίσαμε μάχες χάνοντας και χάσαμε ακόμα περισσότερες, γνωρίζοντας την αξία της ήττας. Κοιτάξαμε περισσότερο τους άλλους από τους εαυτούς μας και στο θέαμα της προβολής δικών μας ελαττωμάτων σε άλλους, νιώσαμε αυθόρμητα χαρά και την επόμενη μέρα το καλημέρα το εννοούσαμε. Κάναμε τα περισσότερα από τα λάθη που κοροϊδέψαμε σε άλλους και κρατήσαμε μυστικά. Το πρώτο μπαούλο με τα μυστικά κρύφτηκε σε ένα μεγαλύτερο και η γιγάντια μπαμπούσκα με τα μπαούλα νοίκιασε δυάρι για να μένει μόνη και σε λίγο μεζονέτα. Μάθαμε να ζωγραφίζουμε με χρώματα, αλλά όταν τελείωσαν οι μπογιές, κάναμε τα μεγαλύτερα αριστουργήματα μας με αίμα και μας δημιουργήθηκαν απορίες.

Για τη θρησκεία και γιατί η δικιά μου θρησκεία μου την έχει μεγαλύτερη από του άλλου. Για την πατρίδα και γιατί ακόμα συντηρείται αυτή η τεράστια μπίζνα του πολέμου. Για το κράτος και για τους πολιτικούς που είναι βουτηγμένοι στα σκατά. Για τους νόμους και γιατί το δίκιο του εργάτη έγινε το δίκιο του μάγκα παραβάτη. Για την οικογένεια και το γιατί οι αμαρτίες γονιών πρέπει να θεωρούνται μερικές φορές κληρονομικό προνόμιο τέκνων. Για την κοινωνία και το πόσο ξένοι νιώθουμε μερικές φορές σε αυτό το σύνολο που έχει αλλεργία στο διαφορετικό, στο υποσύνολο με εκείνη την μοναδική ιδέα που μπορεί να αλλάξει ζωές.  Για τις ιδέες, που ακόμα προσπαθούν και ακόμα δεν άλλαξαν τον κόσμο. Για τον κόσμο και γιατί η αντίσταση στην αλλαγή θεωρείται trendy και γίνεται ανάρπαστη. Για τον έρωτα και γιατί πριν τα μετά και τα αφού και τα επειδή, δεν ζούμε και λίγο το ΤΩΡΑ.

Όλα είναι κύκλος μερικές φορές και όλα επανάληψη, στο ίδιο σόου με τους ίδιους πρωταγωνιστές, στην δική σου ξεχωριστή Ημέρα της Μαρμότας. Το σενάριο είναι προδιαγεγραμμένο, έτοιμο, έρχεται σπίτι κάθε πρωί, ίδιο και απαράλλαχτο, μαζί με το γάλα και την εφημερίδα. Θέλω όμως μια χάρη. Στην αυριανή εφημερίδα, θέλω να δω το σενάριο ΣΟΥ στις νεκρολογίες και να το διαβάζω, να το ξαναδιαβάζω και να μην το χορταίνω: “Κοιμήθηκε σήμερα σε ηλικία 28 ετών το έτοιμο σενάριο της ζωής σου. Οι λόγοι της ξαφνικής κατάρρευσης είναι άγνωστοι, ενώ το εθνικό συμβούλιο όλων των συμβάσεων της ζωής σου, διεξάγει έρευνα. Το άτυχο σενάριο θα κηδευτεί στο 69ο νεκροταφείο της πόλης. Αγαπημένο μας σενάριο, καλό ταξίδι, η ζωή σου και η προβλεψιμότητά σου ήταν παροιμιώδεις.” Και εσύ να λες ότι τώρα μεγάλωσες και θέλεις να παίξεις και εσύ λίγο με τα στυλό και τα μολύβια και ότι βγει. Ότι ξέρεις ότι είναι δύσκολο, αλλά δεν έχεις και τίποτα να χάσεις. Ότι έχεις όρεξη για ζωή και ότι είσαι έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις. Έτοιμος να αντέξεις τα χτυπήματα, αλλά κυρίως να ρίξεις εσύ το πρώτο μπουκέτο. Με τις ευχές μου.

Το κείμενο γράφτηκε για την πάρτη μου, καταρχήν και δευτερευόντως για το 15ο τεύχος της εφημερίδας πόλης ΜΟΝΙΤΟΡ, η οποία κυκλοφορεί στο Ηράκλειο Κρήτης και τα περίχωρα. Σύντομα θα κυκλοφορεί και διαδικτυακά, ώστε να μην χρειάζεται να βγαίνουμε καθόλου από το σπίτι!

Ο προηγούμενος ένοικος

Ενοίκιο. Νοικιασμένο σπίτι. Ιδιοκτησία άλλου, δανεική με το …αζημίωτο και ξένη. Αλλα ταυτόχρονα μια μικρή πατρίδα. Έστω και αν ο χρόνος μετράει αντίστροφα στην κλεψύδρα από την πρώτη μέρα που πάτησες το πόδι σου. Παράλληλα με τη συμφωνία μου με τον ιδιοκτήτη, συμφώνησα και με τον προηγούμενο ένοικο να μου μεταβιβάσει όλα τα έπιπλα και τις συσκευές έναντι κάποιου ποσού, συμφωνία συμφέρουσα για όλες τις πλευρές. Το πιθανότερο είναι να εξασκήσω και εγώ αυτό το πρωτότυπο …δικαίωμα μεταβιβάζοντας τα υπάρχοντά μου στον επόμενο. Αναρωτιέμαι μόνο αν και αυτός θα σκέφτεται όπως και εγώ, κοιτάζοντας το μεταχειρισμένο κομοδίνο και τον καναπέ, το κρεβάτι και τον παλιό καθρέφτη στο κεντρικό δωμάτιο ή τους κάποτε λευκούς, τώρα λιγότερο λευκούς και σίγουρα κουρασμένους τοίχους στους οποίους έγειρες εσύ, έγειρε αυτός, γείραμε όλοι μαζί. Όλοι μαζί στη χορογραφία των προηγούμενων και των επόμενων ενοίκων. Φαντάζομαι τις εικόνες μιας δεδομένης ημέρας των ενοίκων και ορκίζομαι ότι βλέπω τα ολογράμματα τους να με ακολουθούν στην κουζίνα για να μαγειρέψουν κάτι πρόχειρο ή να ανάβουν το θερμοσίφωνα βιαστικά μόλις μπουν σπίτι τους. Σπίτι τους, σπίτι μου, σπίτι μας.

Στον Ένοικο του Πολάνσκι τρίζουν τα έπιπλα του σπιτιού, εμένα τρίζουν οι εικόνες των προηγούμενων ενοίκων που περιδιαβαίνουν τη διάβαση κουζίνα-καθιστικό πριν ανάψει ο φωτεινός σηματοδότης. Κάνε ησυχία μην ξυπνήσεις τα deja-vu που ξεκουράζονται στο άλλο δωμάτιο, γιατί τελευταία είναι όλο και πιο συχνά, με μια αίσθηση ότι δεν είναι όλα δικά σου. Είναι της φοιτήτριας που άλλαξε 3 σπίτια πριν καταλήξει στο κελεπούρι που βόλευε με τις συγκοινωνίες ή του τραπεζικού υπαλλήλου που αλλιώς τα είχε φανταστεί και αλλιώς του ήρθαν. Φίλε, μπορεί να μην μπορείς πια να αλλάξεις δουλειά αλλά τουλάχιστον άλλαξες σπίτι. Και ήρθα εγώ να συνεχίσω από εκεί που το άφησες αλλάζοντας και τη διαρρύθμιση. Γράφοντας όμως το επόμενο κεφάλαιο του σπιτιού για να το παραδώσω με συγκίνηση σαν τιμητική πλακέτα στον επόμενο. Σαν μια διαφορετική εκδοχή του bookcrossing, μόνο που το μεταχειρισμένο βιβλίο που διάβασα και σου προτείνω έχει κουζίνα και μπιντέ, χωλάκι και ένα μεγάλο καθιστικό. Και τις ιστορίες μου, τις ιστορίες μας.

Όμως μερικές φορές, η ύπαρξη όλων αυτών των ενοίκων σε αυτό το μαγικό κοινόβιο καταντάει κουραστική και η πρωτότυπη συμβίωση δεν είναι και τόσο ειδυλλιακή. Είναι η τρίτη φορά αυτή την εβδομάδα που ο προηγούμενος ένοικος έβαλε ξυπνητήρι από τις 7 και ξέχασε να το κλείσει, ενώ κάθε φορά που γυρνάω σπίτι αργά, δεν έχει μείνει νερό στο θερομοσίφωνα ούτε για δείγμα. Η φοιτητριούλα -επίσης- πάλι έφερε γκόμενο στο σπίτι και μάτι δεν κλείσαμε, ενώ τις προάλλες μου ζήτησε δανεικά για να πληρώσει τα κοινόχρηστα και εγώ τα δικά μου τα έχω πληρώσει. Αυτό που με τσάτισε περισσότερο όμως είναι το περιστατικό χτες με την τηλεόραση. Έχεις προσπαθήσει ποτέ να αλλάξεις με το τηλεκοντρόλ τον Λάκη τον Γλυκούλη και να μην μπορείς; Δεν νομίζω ότι υπάρχει χειρότερο. Εκτός φυσικά από να προσπαθήσεις όντως να δεις τον Λάκη το Γλυκούλη. Τώρα που το σκέφτομαι, καλά τα έλεγε ο Πολάνσκι, αυτό το σπίτι είναι στοιχειωμένο!

Το κείμενο γράφτηκε για το 6ο τεύχος της εφημερίδας πόλης ΜΟΝΙΤΟΡ

To δικό μου τετραγωνικό

Αυτή η πόλη με θρέφει. Στάζουν μέλι οι σκεπές και εγώ από κάτω με το στόμα ανοιχτό να περιμένω τις θαυματουργές σταγόνες. Σκύβω στο προσκεφάλι σου και νιώθω ότι εδώ είναι πόλη μου, εδώ είναι σπίτι. Και ας είναι όλο και μεγαλύτερο, όλο και ψηλότερο, όλο και πιο άχρωμο, μια πατρίδα ολονών, μέσα στη δικιά μου. Η πόλη των ολονών δεν είναι και πολύ διαφορετική από τη δική μου. Η μεγάλη πόλη είναι το πιο αποτελεσματικό καμουφλάζ, κανείς δεν ξέρει ποιος είσαι και από που είσαι, αν ΕΣΥ δε θέλεις να το ξέρουν. Η διαδικασία της μύησης δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκη. Κλείνουν τα σκουριασμένα πατζούρια, ξανανοίγουν και είσαι νέος, διαφορετικός, ένα γνήσιο μέλος της απρόσωπης πόλης. Γιατί είσαι εσύ ΑΝΑΜΕΣΑ σε άλλους, η μικpή λεπτομέρεια που ολοκληρώνει τον καμβά, η απόχρωση που δίνει την ψευδαίσθηση της διαφορετικότητας. Περνώντας από τις τζαμαρίες των καταστημάτων, κοιτάς και το είδωλο σου φοράει μια μόνιμη μάσκα, μια γκριμάτσα με κολλημένο χαμόγελο που όμως παραμορφώνεται ανάμεσα στις “προσφορές” και τα “ευπώλητα”. Αναρωτήσου αν η δικιά σου γκριμάτσα έχει τη δική της τιμή. Και αν ναι, πόσο. Άξιζε τον κόπο; Οι απόκριες τελείωσαν, αλλά η δική σου μάσκα είναι κολλημένη με στόκο. Στόκε.

Ανάμεσα στις ψευδοροφές και τα ψευτοδιλήμματα, γράψε χι. Οι πρώτες είναι τόσες πολλές που καλύβουν τα πάντα, αλλά τα δεύτερα σε τραβάνε μαζί τους σαν τον δυνατό αέρα τη στιγμή που δεν είσαι στέρεος αρκετά για να σταθείς. Το μόνο που μένει αναλλοίωτο είναι το ίδιο πρόσωπο μπροστά από το κάθε background, πάντα με ροπή προς το ground, με τη γεύση της ασφάλτου να είναι γνώριμη και τους από πίσω να κορνάρουν. Με μια έννοια, θα μπορούσες να πεις ότι δουλεύεις στις υπηρεσίες του δήμου και μάλιστα καιρό, αλλά δεν είναι και κάτι που θα έβαζες στο βιογραφικό σου. Μακάρι να μπορούσες δηλαδή. «Και κάτι άλλο κύριε 007, το βιογραφικό σας είναι εξαιρετικό, αλλά αυτό το υπηρεσίες δήμου τι σημαίνει; Και βλέπω ότι είχαμε ενεργή απασχόληση από το 2000 μέχρι και σήμερα, 10 ολόκληρα χρόνια! Σπουδαία προυπηρεσία θα έλεγα, αλλά θα ήθελα να ξέρω τι περιλαμβάνει, ακούγεται κάπως περίεργο αν με καταλαβαίνετε, χε,χε!” Και εσύ να απαντάς γεμάτος καμάρι σαν να φρεσκοκατέβηκες από την κορυφή του Έβερεστ με χιόνι ακόμα κολλημένο στο πρόσωπο σου: “Ναι, αλήθεια είναι. Στους υπονόμους δούλευα. Αν δεν έχεις γνωρίσει τη γεύση που έχουν τα σκατά, δεν μπορείς να εκτιμήσεις τίποτα. Αλλά εσύ κράτα ότι υπονόμευα με επιτυχία, νομίζω είναι αυτό που θέλεις να ακούσεις νέο μου αφεντικό! Σλουρπ!”

Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού από το φούρνο είναι πόλη. Ενώ ο φρέσκος καφές πάλι με κοιτάει επίμονα στα ρουθούνια πρωί πρωί. Με προκαλεί να σταματήσω και μακάρι να μπορούσα, αλλά δε μπορώ, μπορώ; O ήλιος όμως που επισκέπτεται την ύπαρξη μου μέρα μεσημέρι, ενώ χτες έβρεχε, είναι το καλύτερο δώρο. Λέω να βγάλω τα μαύρα γυαλιά και να μείνω εκεί με μάτια κλεισμένα. Στη μέση της πλατείας και να λένε “να ο τρελός που σας έλεγα” και εγώ να τα ακούω και να κορδώνομαι. Αλλά να μένω εκεί ενώ όλοι θά’χουν φύγει, να εδραιώνομαι στο δικό μου τετραγωνικό και να το κατακτώ, καρφώνοντας τη σημαία που λέει “δικό μου”, λες και είμαι αποικιοκράτης. Μόνο που αυτή η αποικία είναι όλη κι όλη ένα τετραγωνικό. Και αυτό στη μέση μιας πλατείας. Αλλά δεν με πειράζει. Το θέλω. Μαζί με τον ήλιο που του αναλογεί, μαζί με τις κουτσουλιές από τα περιστέρια και μαζί με τις πατημασιές των περαστικών που περίμεναν εδώ το αργοπορημένο ραντεβού ή που έτρεχαν βιαστικά να προλάβουν τις δουλειές που δεν τελειώνουν.  Όσο για το δικό μου σημάδι, είναι εκεί δίπλα. Οι πατημασιές στο ξερό τσιμέντο δεν έχουν όνομα, αλλά είναι δικές μου. Ναι, εγώ είμαι αυτός που την έκανε πάλι την λαδιά. Υπηρεσίες δήμου, δεν είπαμε;

Το κείμενο γράφτηκε για το 5ο τεύχος της εφημερίδας πόλης ΜΟΝΙΤΟΡ

Ο θόρυβος έχει χρώμα μαύρο

Στις μυρωδιές να ψάξεις να με βρεις. Να φλέγομαι.

Γιατί η μυρωδιά της ενοχής δεν ξεπλένεται με ΟΜΟ. Και είναι από αυτές που το τρίψιμο τις θρέφει. Η προσοχή, η συνειδητοποίηση τις θρέφει.

Το σώμα που αναπνέει ενοχή, φέρνει στα αυτιά μου δυνατή βοή. Βοή ενδόμυχη που σκεπάζει τις σκέψεις και τα καλύβει όλα.

Θόρυβος. Από την πόρτα που άνοιξες για να βγούνε όλα τα κακά. Κλειδωμένα τέρατα και φαντάσματα. Τα οποία αναδύονται μέσα από τις γνώριμες μυρωδιές της ενοχής. Αυτοί είναι οι φίλοι τους και αυτοί είναι οι εχθροί μου. Και σήμερα χάνω.

Ακόμα και οι λέξεις δύσκολα ξεκλειδώνονται. Έχουν να νικήσουν τον θόρυβο. Τα υγρά, τα κορμιά και τις μυρωδιές.

Στο ίδιο δωμάτιο. Με έναν πρωταγωνιστή και 100 κομπάρσους. Δεν χωράνε όλοι εδώ, δεν χωράνε όλοι εδώ…

Και όμως οι μυρωδιές πάντα βρίσκουν τον τρόπο προς τον εγκέφαλο και ανοίγουν τις πόρτες.

Αναμνήσεις, όνειρα και εφιάλτες. Όμως η μυρωδιά που αναπνέει ακόμα, δεν είναι από τριαντάφυλλο. Και αν είναι, είναι από αυτό με τα πολλά αγκάθια και έβαλες το χέρι μου να τα αγκαλιάσει σφιχτά και εγώ τώρα κοιτάω τα σημάδια.

Σημάδια πάνω από τα σημάδια, χάρτης που έχει ξαναγραφτεί ξανά και ξανά και το μελάνι κολλάει στο δάχτυλο που προσπαθεί να τον “διαβάσει”. Παλιό μελάνι με καινούριο αναμεμειγμένα, αλλά αποξεραμένο ή υγρό μυρίζουν το ίδιο. Και έχουν το ίδιο χρώμα. Και τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα.

Το κορίτσι από την Ιπανέμα

O ήλιος έλουζε τα μαλλιά της και στέγνωνε σιγά σιγά το νερό από το πρόσωπό της. Είχε γείρει πίσω και έμοιαζε να το απολαμβάνει. Με την στάση του κορμιού της, έμοιαζε σαν να προσκαλούσε τις αχτίδες πάνω της και αυτές φυσικά ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα, κάνοντας τα πάντα για να την ευχαριστήσουν. Στην Ιπανέμα ήταν 12 το μεσημέρι και μετά από 10 λεπτά θα ήταν πάλι 12 το μεσημέρι ή 1 το μεσημέρι, κανείς δεν νοιαζόταν, ούτε το κορίτσι της Ιπανέμα ούτε εγώ. Η Ιπανέμα είναι μια παραλία τόσο μεγάλη που η αίσθηση των ορίων χάνεται και ο χρόνος βρίσκει δύσκολα το δρόμο προς το μέτωπο, εκεί που φωλιάζουν οι ρυτίδες. Όταν ο ήλιος βαριέται και αυτός, αλλάζει χρώμα, γίνεται πορτοκαλί και αφυπνίζει τις αισθήσεις με την πιο γλυκιά καλησπέρα. Το μυαλό ξεφεύγει και τη στιγμή που στεγνώνει και η τελευταία σταγόνα από το αντηλιακό είναι τότε που η ψυχή ξυπνάει.

Είναι σούρουπο στην Ιπανέμα, τρίτη ξαπλώστρα δεξιά από τη μικρή βραζιλιάνα, αλλά είμαι τόσο κοντά και τόσο μακριά που μας χωρίζει μια ολόκληρη γη, η γη και μια ανάσα. Όσο νυχτώνει, η μουσική δυναμώνει στην Ιπανέμα και το κορίτσι σηκώνεται και χορεύει στο ρυθμό, στον αρχέγονο ρυθμό των τυμπάνων. Αυτό με κάνει να ταξιδέψω πίσω στο χρόνο. Φαντάζομαι τη μικρή μου βραζιλιάνα να είναι στους πρώτους που έζησαν την δύναμη αυτής της παραλίας, μη έχοντας στο μυαλό τι θα συμβεί μετά από εκατοντάδες χρόνια στο ίδιο μέρος, αλλά έχοντας την ίδια όμορφη αίσθηση της έλλειψης του χρόνου. Ίδιες κινήσεις, ίδιος ο χορός και ίδια τα συναισθήματα, αλλά όλα διαφορετικά. Ή όλα ίδια.

Το deja-vu της Ιπανέμα αντέχει στην αιωνιότητα. Είναι πάντα εκεί να βάζει το σκηνικό και να σου δίνει το πινέλο. Να σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι ο χρόνος κάνει διάλειμα για κολατσιό, ότι δεν είσαι αναλώσιμος, δεν είσαι φθαρτός, ότι δεν χρειάζεται να διαιωνίσεις με αγωνία την ύπαρξη σου. Παίρνει την γόμα και αργά, πολύ αργά σβήνει τις έγνοιες χαιδεύοντας το δέρμα.  Το κορίτσι της Ιπανέμα δεν ξέρει τι σκέφτομαι, αλλά άθελα της με θρέφει, με ζωντανεύει, με προσκαλεί. Αντικαθιστά το χρόνο με τις σκιές που το σούρουπο ζωγραφίζει στο κορμί της και χορεύει μαζί τους, κάνοντας το φως να σιγοσβήνει πάνω της μέχρι να φτάσει το βράδυ. Με πιάνω να της σιγοψιθυρίζω  “τι ωραία που χορεύεις στο σκοτάδι, κάνεις τις σκιές να πάλλονται μαζί σου να βγάζουν ήχο, να βγάζουν οίστρο. Είσαι ξυπόλητη, μεθυσμένη, όμορφη, αλλά το πιο όμορφο είναι ότι δεν το καταλαβαίνεις.”

Wikipedia: Ipanema is a neighborhood located on the southern region of the city of Rio de Janeiro, Brazil, between Leblon and Arpoador. The beach at Ipanema became widely known by the song “The Girl from Ipanema” (“Garota de Ipanema”), written by Antonio Carlos Jobim and Vinícius de Moraes.

Myth has it The Girl from Ipanema was inspired by Heloísa Eneida Menezes Paes Pinto (now Helô Pinheiro), a fifteen-year-old girl living in Montenegro Street of the fashionable Ipanema district of Rio de Janeiro, Brazil. Daily, she would stroll past the popular “Veloso” bar-café on her way to the beach, attracting the attention of regulars Jobim and Moraes.

Σημείωση: Το κείμενο γράφτηκε υπό την επήρρεια του album “Ikebana” του Lemongrass και όχι υπό την επήρρεια άλλων ουσιών ή του “τραγουδιού της Ιπανέμα” την ύπαρξη του οποίου ομολογώ ότι αγνοούσα κατά την συγγραφή. Σε περίπτωση που κάποιος είχε ή δεν είχε την απορία. Ευχαριστώ.

Τσιχλόφουσκα

Είναι ο τρόπος που μασάς την τσιχλόφουσκα που με φέρνει κοντά σου

Αρκετά παιχνιδιάρικος τρόπος, αλλά και αλανιάρικος, ίσα ίσα για να με διεγείρει

Ότι ρε παιδί μου η τσίχλα απλά έτυχε στο στόμα σου, δεν προυπήρχε, καταλαβαίνεις

Και το παιχνίδι με τα μαλλιά σου είναι απλά μέρος της διαδικασίας μύησης μου στη χορογραφία

Τσίχλα μιας χρήσης, σχέσεις μιας χρήσης, σχέσεις χωρίς χρήση και περιστασιακοί έρωτες

Αν συνεχίσεις το ίδιο βιολί, μας βλέπω να πηγαίνουμε από το 1 στο 4 πριν σκάσει η τσιχλόφουσκα

Αν όλα όμως καταλήγουν στο 3 δεν είναι για όλους πιο εύκολο να πάνε στο 7;

Είναι ροζ η τσιχλόφουσκά σου και ροζ οι φούσκες που σκάνε στο πρόσωπο μου όταν σε κοιτάω

Και τα βλέμματα κολλάνε μέσα στην τσίχλα και η γλώσσα τα ανακατεύει και μπλέξαμε

Μπλέξαμε μέχρι να σκάσει η φούσκα