δυό αρνήσεις συζητάνε με μια κατάφαση

tumblr_nfazphFKW51qhg7mso1_1280

το πλακάκι είναι τόσο κρύο που θυμίζει παγοδρόμιο. περπατάω γυμνός ενάντια στα πρέπει και τα μη και γίνομαι ήρωας. περπατάω γυμνός περιμένοντας τη στιγμή που ο πάγος θα ανοίξει και εγώ θα βρεθώ σε παγωμένα νερά να παλεύω για την ύπαρξη μου ή στη σούπα του από κάτω. ο από πάνω λείπει. επαγγελματικό ταξίδι. άραγε να είναι κρύα και τα δικά του τα πλακάκια ή να προνόησε να βάλει κάποιο χαλί. δεν μου έχει φανεί για τύπος που θα έπαιρνε κάποιο αψυχολόγητο ρίσκο σαν εμένα ή που θα ρίσκαρε να πατήσει σε κάποιο εύθραστο κομμάτι πάγου ακόμα και αν ήξερε ότι αν το έκανε θα μπορούσε να σώσει καμιά πενηνταριά παιδάκια στην Αφρική. η Αφρική δεν έχει πάγο, τα παιδάκια δεν έχουν πάγο, άρα η Αφρική δεν έχει παιδάκια. χτες αποφάσισα να ξεδώσω. μπήκα στο Google Maps και έβαλα την κάτοψη της περιοχής μου. περπάτησα τους δρόμους γύρω από το σπίτι μου, περπάτησα προκλητικά στη μέση του δρόμου, συνέχισα θριαμβευτικά ενάντια στο μονόδρομο και γύρισα πίσω στην ώρα μου για το βραδυνό. πρωινό έχω σταματήσει να τρώω, γιατί με βάση τα λεγόμενα του γιατρού μου από την τελευταία μου επίσκεψη, αποτελούμαι από 1% νερό, ιστούς, κόκκαλα και από 99% βρώμη. διάβασα το άρθρο για εκείνο τον άντρα που αποφάσισε στα 42 του και ενώ ήταν παντρεμένος με δύο παιδιά να γίνει γυναίκα, ενώ στα 50 του αποφάσισε να γίνει ξανά άντρας. ακόμα όμως και αυτό είναι ευκολότερο από το να γίνεις ξανά παιδί.

Advertisements

κέπλερ

130108-700_8970sw

κάθε νέα στιγμή είναι μια πληροφορία. αυτή η πληροφορία μπορεί να με διαπεράσει σαν νετρίνο και άλλη να κάτσει ετσιθελικά μες το μυαλό ρουφώντας όσο πιο πολύ μπορεί την προσοχή μου, ζητώντας μια αποκλειστικότητα που δεν μπορεί να έχει, αλλά που μοιάζει να τη θέλει, διώχνοντας κάθε άλλη πιθανή πληροφορία στην οποία θα μπορούσε να είναι δεκτικό το μυαλό αν δεν υπήρχε εκείνη. η πληροφορία καταστρέφει την πληροφορία και γεννάει πληροφορία. ιδέα. προσπαθώντας να κατανοήσω το πως λειτουργεί το μυαλό μου μοιάζει σαν μια προσπάθεια να κατανοήσω πως λειτουργεί το μυαλό μου και αυτή η μάταια ημιζωή με κάνει να ψάξω επιτεύξεις σε πιο ορατούς στόχους, όπως το να ολοκληρώσω μια πρόταση και να μου δώσω ένα συγκαταβατικό χτύπημα στην πλάτη. θα κάνω το πρώτο και θα φανταστώ το δεύτερο.

τη στιγμή που εγώ θα έκανα το ποταπό μου τίποτα, χιλιάδες νετρίνο θα διαπέρναγαν το κορμί μου, επιτελώντας το κοσμικό τους ταξίδι που ξεκίνησε από τον Ήλιο, διέσχισε το γαλαξία, τρύπησε την ατμόσφαιρα, τον αέρα, τα σύννεφα, την ταράτσα μου, εμένα δίχως εγώ να καταλαβαίνω το παραμικρό και αν ήταν εδώ εκείνη να με ακούει θα έλεγε φυσικά αφού είσαι αναίσθητος. τα υποατομικά σωματίδια δεν έχουν ούτε γκρίνιες ούτε κρεβατομουρμούρα. διάβασα κάπου να λένε ότι δεν έχουν συναισθήματα. αλλά ενδεχόμενα τα συναισθήματα, αυτή η χημική διεργασία που μας μετατρέπει από ένα σύνολο άψυχων μορίων σε μια ολότητα που αναπνέει συναισθήματα και σκέψεις, είναι μια ψευδαίσθηση με την οποία δικαιολογούμε την εξελιγμένη μας ύπαρξη κοιτώντας αφ’υψηλού τα εκ φύσεως δομικά μας στοιχεία τα οποία είναι ζωντανά όσο εμείς και επιτελούν ακατάπαυστα το έργο τους το οποίο είναι εξίσου σημαντικό και μέρος της κοσμικής αποστολής στην οποία μας συναντούν. ενδεχόμενα, οι σκέψεις και τα συναισθήματά μας είναι αποτελέσματα αυτών των χημικών διεργασιών σαν όνειρα που βλέπουμε στον ξύπνιο μας και τα οποία μας δίνουν το δικό μας λόγο ύπαρξης. και μπορεί όπως το κάθε ξεχωριστό μόριο να μην επιτελεί μόνο του τη διαφορά, αν δεν είναι μέρος του συνόλου των σωματιδίων έτσι και εμείς σαν μεμονωμένες υπάρξεις να αναλωνόμαστε στο δικό μας ρόλο και έργο που είναι όμως απειροελάχιστος και μηδαμινός, αν δεν είχαμε δίπλα μας και παραδίπλα μας όλους εκείνους τους δίποδους ομοίους μας να χτίζουν μαζί όπως εμείς οι υπόλοιποι εργάτες-τερμίτες το μεγάλο συνολικό οικοδόμημα που χτίζουμε όλοι μαζί χωρίς ίσως να έχουμε την επίγνωση της συνολικής εικόνας, την αποστολής, της ύπαρξης μας όπως οι στερούμενοι ματιών τερμίτες χτίζουν τα δικά τους οικοδομήματα με μεγάλη ακρίβεια, δίχως να έχουν επίγνωση της αποστολής ή της μεγαλύτερης εικόνας.

μου είπε να πέσω να κοιμηθώ. το έκανα. στον ύπνο μου είδα ότι ήμουν ένα νετρίνο που διένυε γαλαξίες και πλανήτες και σε αυτό το αέναο πρωτοφανές κοσμικό μου ταξίδι έφτασα πέρα από τα όρια του γαλαξία, είδα μέρη που οι υπόλοιποι είχαν δει μόνο μέσα από τις τηλεσκοπικές εικόνες και προσπαθούσα να θυμηθώ τις ονομασίες τους, τα Νέφη του Μαγγελάνου, ο Γαλαξίας της Ανδρομέδας, o Αστερισμός του Κύκνου. το ταξίδι μου διακόπηκε απότομα όταν τρύπησα την ατμόσφαιρα του πλανήτη Kepler-186f, ενός πλανήτη που θύμιζε Γη περισσότερο από οποιονδήποτε στο πέρασμά μου, και πλησιάζοντας είδα κτίσματα και πόλεις και ταράτσες να έρχονται όλο και πιο κοντά. ενάντια στη φύση μου, φώλιασα στο σώμα και τον νου κάποιου ο οποίος κοιμόταν. ονειρευόταν ότι ήταν 490 έτη φωτός μακριά σε ένα πλανήτη με το όνομα Γη ο οποίος του θύμιζε τον δικό του και έβλεπε κάποιον να μολύνει τον αέρα που ανέπνεε με τις αναθυμιάσεις ενός τσιγάρου, την ώρα που πληκτρολογούσε σε μαύρα πλήκτρα με λευκά γράμματα λέξεις που εμφανίζονταν στην λευκή απεικόνιση μιας οθόνης. ξύπνησε αναστατωμένος από το παράξενο αυτό όνειρο και πήγε να πλυθεί. στον καθρέφτη είδε το πρόσωπό του το οποίο αναγνώρισα καθώς κοίταγα την αντανάκλασή μου στην οθόνη που μόλις είχε κλείσει.

nihil pop

black-white-art

Ο χρόνος κύλαγε πολύ αργά. Κυριολεκτικά. Κόλλαγαν όλα και αυτή η κολλώδης διαστημική γλίτσα σχημάτισε ένα πρωτοφανές παράδοξο. Δεν ήξερες τι να κάνεις. Να χαρείς που οι δυνητικές στιγμές και τα ενδεχόμενα πολλαπλασιάζονταν ή να βρεθείς σαστισμένος μπροστά σε αυτήν την ανώμαλη νέα πραγματικότητα, για την οποία ήσουν ντροπιαστικά απροετοίμαστος: πως να γεμίσεις όλο αυτό το κενό με πράγματα, δραστηριότητες. Και τελωσπάντων, αν δεν ήταν μόνο ο χρόνος κολλημένος στην κοσμική γλίτσα, αλλά και εσύ μαζί, αυτό ήταν ένα βασανιστήριο που έπρεπε να σε κάνει να εκτιμήσεις όσα είχες πριν και το γεγονός ότι έτρεχες πάντα να προλάβεις ένα χρόνο που κάλπαζε, σαν την συχνότερη συμπαντική δικαιολογία για όλα αυτά που δεν μπόρεσες ποτέ να κάνεις γιατί η μέρα έχει μόνο 24 ώρες και θέλεις τρεις ζωές για να ζήσεις όσα θέλεις. Τώρα αυτό το δίχτυ ασφαλείας είχε χαθεί και εσύ έμενες αντιμέτωπος με τον χρόνο προσπαθώντας να τον κάνεις να τρέξει λίγο πιο γρήγορα, όπως το αυτοκίνητο που το σπρώχνεις να πάρει μπρος βάζοντας όλη τη μυική σου δύναμη η οποία σε αντίθεση με τους νόμους του υπόλοιπου σύμπαντος είναι αρκετή για να κουνήσει τα πράγματα να έρθουν στην φυσιολογική τους ροή.

Πόσο απροετοίμαστοι είμαστε άραγε για τις μεγάλες αλλαγές, τα ατυχήματα, τα πράγματα που δίχως να μπορούμε να προβλέψουμε και δίχως να μας ρωτήσουν συνέβησαν, λες και νιώθουμε ασφάλεια μόνο στην επανάληψη, στην επαναληπτικότητα της καθημερινότητας και στην περιοδικότητα του σύμπαντος την οποία δεν ξεχνάμε ποτέ να καταραστούμε και να απορρίψουμε.

Οι επιστήμονες έλεγαν ότι μέχρι το κάποτε μακρινό 2015 θα έχουμε κάνει πολλά περισσότερα πράγματα από όσα εν τέλει κάναμε. Τα αυτοκίνητα δεν έχουν ξεκινήσει να πετάνε ακόμα. Δεν τηλεμεταφερόμαστε, δεν έχουμε ταξιδέψει στο χρόνο, δεν έχουμε πατήσει ακόμα σε άλλους πλανήτες. Όλα τα τηλεσκόπια και οι διαστημικές αποστολές μας φέρνουν αντιμέτωπους με ξηρούς πλανήτες χωρίς ζωή, όλα τα σήματα που έχουμε στείλει στο διάστημα, δεν έχουν βρει κάποιο παραλήπτη. Είναι σαν να κινούμαστε σε πιο αργούς ρυθμούς από τους ρυθμούς που μας έφεραν ως εδώ. Σαν να καταφέραμε να κάνουμε το χρόνο να κυλάει πιο αργά και να μην ξέρουμε τι να τον κάνουμε.

Απομείναμε μόνοι μας. Τελματώσαμε. Φτάσαμε στο ζενίθ και ήδη καταγράφουμε μια στάσιμη πορεία. Δεν γινόμαστε εξυπνότεροι. Βελτιώσαμε τα παιχνίδια μας και χάσαμε τους εαυτούς μας δημιουργώντας κοινωνίες που βασίζονται στην ανακύκλωση του τώρα, βάζοντας τα εγώ μας να παλέψουν και χάσαμε νομίζοντας ότι είχαμε νικήσει. Οι παράλληλες πραγματικότητες την ύπαρξη των οποίων παλεύουμε να επαληθεύσουμε βασίζονται στην ανάγκη μας να φανταστούμε ότι κάπου αλλού, δίπλα μας, μέσα μας, στην άλλη πλευρά του τοίχου, είμαστε διαφορετικοί, αλλά αυτό είναι σαν ενήλικα παραμύθια για να βάλουμε τις ενήλικες ψευδαισθήσεις μας για ύπνο. Στην πραγματικότητα, κάναμε τη βόλτα μας σαν Κοκκινοσκουφίτσες στο δάσος και τώρα αναμεταδίδουμε από το στομάχι του λύκου τον οποίο φτιάξαμε εν αγνοία μας.

Και τώρα;

Τώρα θα κάνουμε το μόνο που μας έμεινε. Θα φανταστούμε ότι είμαστε έξω.

ερωτοστοιχία 204

Μάτια ερμητικά κλειστά. Με κοιτάζω να ονειρεύομαι. Τρέχω. Είμαι πίσω από ένα τρένο που κινείται και η ταχύτητά μου δεν είναι ικανή να με βοηθήσει να το προλάβω. Όταν κουράζομαι, η απόσταση μεγαλώνει, όταν πεισμώνω, η απόσταση μικραίνει. Δεν φτάνω ποτέ, αλλά δεν τα παρατάω. Και δεν σκέφτομαι, απλά τρέχω. Το βλέμμα μου ανοίγει: το τρένο περνάει από καταπράσινες πεδιάδες και εξοχές που έχω δει μόνο στις ταινίες, αλλά εγώ χαμπάρι δεν παίρνω. Το κάτι σαν ένστικτο μου λέει ότι αν σταματήσω για να κοιτάξω, θα χάσω το τρένο. Αν σταματήσω να τρέχω, ίσως το όνειρο σταματήσει και όλος μου ο κόπος θα είναι μάταιος. Το τρένο θα έχει φύγει. Εκείνη θα έχει φύγει.

Οι πιο πολλές ερωτικές ιστορίες θυμίζουν εκείνο το τρικ με τις λέξεις: Ανεξάρτητα πως είναι κατανεμημένα τα γράμματα εντός τους, το νόημα στην ανάγνωση τους παραμένει αναλλοίωτο, αν η αρχή και το τέλος είναι εκεί. Σαν αυτά που συνέβησαν στο ενδιάμεσο να είναι τα λιγότερο σημαντικά, μελάνι χυμένο άναρχα οι λέξεις που γεμίζουν το μυθιστόρημα-τσέπης που συν-εγράφη, με την αγωνία να αναλώνεται στο πόσο διαφορετικά ξεκίνησε και από πόσο ψηλά έπεσε, ξέπεσε, κατέπεσε με την προσγείωση σπάνια να φέρνει στο νου τα δεκάρια της Κομανέτσι.

Την Ο. τη γνώρισα πριν κάτι μήνες. Δεν μου πήρε πολλή ώρα να καταλάβω ότι είμασταν και οι δύο απόφοιτοι από το ίδιο πανεπιστήμιο σε παρόμοιες σχολές ο καθένας. Το δικό της πτυχίο έλεγε με έντονα μαύρα επίχρυσα γράμματα ότι δεν μπορούσε να ερωτευτεί, ενώ το δικό μου σε αντίστοιχα εμφατική γραμματοσειρά ότι δεν μπορούσα να αγαπήσω. Ήταν η πρώτη φορά που γνώριζα κοπέλα από το ίδιο πανεπιστήμιο με μένα και άμεσα αναρωτήθηκα πως ήταν δυνατόν να μην είχαμε γνωριστεί, πως ήταν δυνατόν να μην είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι μας ως τότε, σε κάποια αίθουσα, σε κάποιο κοινό μάθημα. Ειδικά σε εκείνο το μάθημα του “πως να κερδίσετε πόντους στο πρώτο ραντεβού” πήγαινα συχνά, ενώ σε εκείνο του “πως να τον/την ρίξετε στο κρεβάτι”, το αμφιθέατρο έσφυζε από κόσμο και με τον καιρό γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας. Κατέληξα ότι πρέπει να πήγαινε στο μοναδικό μάθημα στο οποίο δεν πάταγα το πόδι μου: στο “πως να μην ερωτευτείτε το λάθος πρόσωπο”.

Ερωτευτήκαμε με τον μόνο τρόπο που ερωτεύομαι: γρήγορα. Και όπως κάνουν οι ερωτευμένοι, εξαφανιστήκαμε για λίγο καιρό. Δηλαδή, μπορεί να είμασταν μαζί με άλλους, αλλά ήταν σαν να είμασταν μόνοι, σαν να είμασταν αλλού. Το δικό μου τώρα είχε σκάψει το χώμα και είχε βρει εκείνη τη μαγική σήραγγα του Βερν που οδηγούσε στους κάτω κόσμους, αλλά εκεί δεν είχα βρει λάβα ή τεκτονικές πλάκες να τσακώνονται, αλλά ένα μέρος υπερβολικά παραδεισένιο, όπου είχαμε στη διάθεση μας όλη τη χρυσαφένια άμμο του κόσμου για να χτίσουμε κάστρα που δε θα πέσουν ποτέ. Μόνο που οι θάλασσες του παραδείσου μας ήταν υπερβολικά αλατισμένες και όλα τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο φάνηκαν άχρηστα ή έστω το παρόν μάθημα ήταν εκτός εξεταστέας ύλης.

-Με αγαπάς;

-Νομίζω.

-Δεν είσαι δηλαδή σίγουρη;

-Όχι. Δηλαδή μερικές φορές νιώθω ότι σε αγαπάω, αλλά είναι κάποιες στιγμές, δευτερόλεπτα, που κάνω σκοτεινές σκέψεις και νιώθω εντελώς μόνη παρόλο που είσαι δίπλα μου.

-Θα ήθελα να μπορώ να ράψω το χρόνο στα μέτρα μας. Να πετάξω εκείνα τα περιττά, σκοτεινά δευτερόλεπτα με δύο ψαλιδιές και να φορέσουμε μαζί κάτι νέο.

-Μακάρι να μπορούσες να το κάνεις αυτό.

-Νιώθω ότι είσαι ένα άγριο τριαντάφυλλο, από εκείνα με τα μεγάλα αγκάθια που δεν φαίνονται αν δεν τα δεις από κοντινή απόσταση. 

-Εγώ μερικές φορές δεν μπορώ να δω καν από κοντινή απόσταση.

Επιστρέφω στο όνειρο και ψάχνω τον πρωταγωνιστή. Τον εντοπίζω σε μια παράλληλη διάσταση, στην οποία τα σκηνικά είναι εξίσου όμορφα, αλλά έχουν χρώμα γκρι, με τον αέρα που σηκώθηκε και δροσίζει το ιδρωμένο πρόσωπο να είναι τόσο έντονος που τον νιώθω και εγώ. Εκείνος συνεχίζει να τρέχει, αλλά αυτή τη φορά, για να ξεφύγει. Το τρένο είναι τώρα πίσω του. Όταν κουράζεται, η απόσταση μικραίνει. Όταν πεισμώνει, η απόσταση μεγαλώνει. Αλλά δεν γίνεται ποτέ ασφαλείας. Σαν ένα αόρατο σκοινί να δένει το τρένο με τον πρωταγωνιστή, με το παράδοξο να είναι ότι το σκοινί δεν είναι τεντωμένο, αλλά χαλαρό, σαν ένα παιχνίδι του μυαλού μες το μυαλό ότι μπορείς ανά πάσα στιγμή να σταματήσεις, χωρίς να υπάρξει η παραμικρή αλλαγή. Σκέφτομαι να το κάνω για να δω τι θα γίνει: άραγε το τρένο θα εξαφανιστεί ή θα γίνω κομματάκια;

Η Ο. πάντως εξαφανίστηκε όσο απρόσμενα μπήκε και στη ζωή μου και σαν χελιδόνι φτερούγισε μακριά. Σκέφτηκα ότι οι καθηγητές της θα ήταν περήφανοι.

Εγώ ήμουν στην παράλληλη ονειρική μου πραγματικότητα. Τώρα πια μες στο τρένο. Καθισμένος σε ένα από τα κουπέ ενός βαγονιού, με την κίνηση μου αυτή τη φορά να προέρχεται από την αμαξοστοιχία και όχι από τα πόδια μου. Ξεφυλλίζω μια εφημερίδα και στη σελίδα 17 πέφτω πάνω σε ένα επιστημονικό άρθρο το οποίο αναφέρεται στο φαινόμενο της πεταλούδας: στο πως φαινομενικά ασήμαντα γεγονότα που συνέβησαν αρκετά μακριά μπορούν να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στις ζωές μας με τρόπους που δεν αντιλαμβανόμαστε. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις τυχαίες στιγμές που προέκυψαν επειδή απλά όλες οι μεταβλητές έτυχε να συγχρονιστούν με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αντιλαμβάνομαι λεπτομέρειες στις οποίες πριν δεν έδινα καμία σημασία. Στις οποίες μάλιστα θα συνέχιζα να μην δίνω σημασία, αν δεν ήμουν σε ΑΥΤΟ το τρένο ΑΥΤΗ τη στιγμή, να διαβάζω ΑΥΤΟ το άρθρο από την εφημερίδα που έπεσε από τα χέρια του γεράκου από την απέναντι θέση που κουράστηκε να ταίζει το εγγονάκι του να πιει ένα ολόκληρο κουτί με γάλα. Θυμήθηκα ότι έκατσα εκεί επειδή έγινε μπέρδεμα με τα εισιτήρια και κανονικά έπρεπε να είμαι σε άλλο βαγόνι, ενώ άλλαξα την τελευταία στιγμή τον προορισμό μου μετά από εκείνο το ξαφνικό τηλεφώνημα της Ελένης, την οποία γνώρισα μόλις πριν από μια βδομάδα. Αντίστοιχα, σκέφτηκα και όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που μέτρησαν τόσο πολύ στη ζωή μου και για τις οποίες δεν είχα ιδέα. Συνέβησαν μακριά από μένα, χωρίς εμένα και στις οποίες δεν είχα ούτε λόγο, ούτε επιρροή. 

Η αν-ησυχία των υπαρξιακών αναζητήσεων μου σταμάτησε άγαρμπα, τη στιγμή που ένιωσα το τρένο να σταματάει βίαια στη μέση της διαδρομής. Ανοιξα την πόρτα και μια υπάλληλος με ενημέρωσε για το τι συνέβη: Κάποιος τρελός ήταν στις ράγες με την πλάτη γυρισμένη και ο οδηγός προσπάθησε, αλλά δεν πρόλαβε να σταματήσει, με αποτέλεσμα το τρένο να τον καταπλακώσει. Κοίταξε το ρολόι της και με ενημέρωσε ότι στις 6.30 το τρένο θα έχει φτάσει στον προορισμό. Αναρωτήθηκα αν ο τύπος προσπαθούσε να ξεφύγει από το τρένο ή αν κυνηγούσε τη σύγκρουση του με αυτό. Τον φαντάστηκα να χαμογελάει σαρδόνια λίγο πριν το κορμί του νιώσει το μεταλλικό όχημα να τον συντρίβει. Ένας επαναλαμβανόμενος ήχος από μήνυμα στο κινητό συγκρούστηκε με το όνειρο και το αφάνισε. Ήταν η Ο.

Η νύχτα που χάθηκε ο Θεός

up1

Δύο χρόνια και 35 μέρες μετά. Φυσικά και δεν είχε ξεχάσει εκείνο το βράδυ. Αλλά ο χρόνος είχε κάνει καλή δουλειά και ότι τότε έμοιαζε σαν ένας τοίχος που υψονώταν ως τον ουρανό χωρίς πόρτες, τώρα ήταν πιο εύκολο. Μπορούσε δηλαδή πια να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη. Οι ενοχές δεν θα τον άφηναν και ποτέ, αλλά πια απλά τον κράταγαν από το χέρι και δεν τον έπιαναν από το λαιμό. Όταν ενώ εσύ αλλάζεις, το περιβάλλον δίπλα σου, παραμένει αναλλοίωτο, είναι συνήθως ευκολότερο να υποκριθείς ότι είσαι ακόμα ο ίδιος και ας μην είσαι, κάνοντας τα ίδια πράγματα, μιλώντας με τον ίδιο τρόπο, προσποιούμενος ότι είσαι εσύ και ας μην είσαι, κάνοντας την καλύτερη δυνατή ερμηνεία του εσένα του πριν, η οποία δεν χωράει λαθών, καθώς όσο λιγότερα λάθη, τόσο περισσότερο ομαλή, μη παρατηρητέα, η μετάβαση στο νέο μετά. Άλλωστε και πριν δούλευε σε εκείνη τη δουλειά, ήταν παντρεμένος με την ίδια γυναίκα και είχε τα δύο ίδια παιδιά και ας ήταν τώρα μεγαλύτερα. Μερικές φορές ήθελε να φωνάξει, να εκμυστηρευεί το μυστικό τουλάχιστον στη γυναίκα του, αλλά το ανέβαλε τόσες πολλές φορές που πια δεν μπορούσε να το πει, σαν κάθε φορά που το ανέβαλε να το έσπρωχνε ένα μέτρο πιο βαθιά στη Γη και πια ήταν υπερβολικά βαθιά για να μπορεί να το ανασύρει.

Είχε κερδίσει και είχε χάσει μερικά πράγματα. Είχε κερδίσει ότι οι ενοχές δεν ήταν πια τόσο ασφυκτικές, είχε κερδίσει ότι μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια σχεδόν κανονικά, είχε κερδίσει το γεγονός ότι κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα: οικογένεια, φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, ενώ είχε κερδίσει την ηρεμία που δεν είχε τους πρώτους έξι μήνες που περίμενε εκείνο το εφιαλτικό τηλέφωνο που κάποιος με σοβαρή φωνή θα τον ζήταγε με το επώνυμο του ή το ακόμα εφιαλτικότερο εκείνο χτύπημα στην πόρτα, κάποιου που θα ΗΞΕΡΕ που στον οποίο θα έπρεπε είτε να παραδοθεί είτε ακόμα χειρότερα να δικαιολογηθεί. Είχε χάσει όμως τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Έπαιζε το ρόλο του να είναι αυτός, έχοντας όμως για πάντα και αμετάκλητα αλλάξει. Σαν εκείνο το μυστικό να ήταν ένα παρασιτικό σκουλήκι που τον έτρωγε κάθε μέρα και πιο πολύ – που έπαιρνε σιγά σιγά τον έλεγχο των κυττάρων του αλλοιώνοντας τον, δημιουργώντας μια μετάλλαξη ενός ανθρώπου-μάσκα, ενός ανθρώπου μονίμως ωσεί παρών γιατί ο πραγματικός είχε μείνει για πάντα εκείνο το βράδυ πίσω από ένα τιμόνι, να κοιτάζει το θέαμα που φώτιζαν οι προβολείς του, μια μοτοσικλέτα δεξιά στην άκρη του οδοστρώματος, ένα σώμα που μετά το χτύπημα δεν κινούταν στο έδαφος, το υγρό εκείνο που δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν λάδια ή αίμα στην άσφαλτο, σαν να το μυαλό του να είχε αναλάβει πρώτο την πρωτοβουλία να θολώσει την κρίση, λίγο πριν οπλίσει το πόδι να πατήσει το γκάζι σαν να μην υπάρχει αύριο και να μην κοιτάξει ποτέ ξανά πίσω. Αυτή η εκκίνηση από εκείνο το παρόν σε ένα παντελώς διαφορετικό μέλλον, αλλά με ίδιους κομπάρσους και το ίδιο φόντο που κάθε μέρα που θα περνούσε θα προσπαθούσε να νιώσει λίγο λιγότερο παλιάνθρωπος. Αν κάποιος θα τον είχε σκοτώσει για αντεκδίκηση, θα το δεχόταν σιωπηλά, αλλά αφού το δικό του το κουφάρι είχε ακόμα το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τροφοδοτούσε ένα υποτυπώδη παλμό, θα συνέχιζε με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ξυπνούσε από τον εφιάλτη που ήταν τώρα η ζωή του που άλλαξε εκείνη τη στιγμή χωρίς επιστροφή.

Σκεφτόταν πόσοι ακόμα άνθρωποι ζουν τις ζωές τους μέσα σε ένα ψέμα, πληρώνοντας ένα μεγάλο λάθος μιας στιγμής που έρχεται απροσδόκητα και αλλάζει όλα όσα είχες δεδομένα, είτε από αμέλεια είτε εν γνώσει, εγκληματίες ή κορόιδα, αφελείς ή λαμόγια. Διάβαζε για ιστορίες δολοφόνων ή εγκληματιών για να νιώσει λίγο καλύτερα, κάνοντας οποιαδήποτε σύγκριση θα έμοιαζε κολακευτική. Και μετά πήγαινε πιο βαθιά. Ιστορίες εγκληματικής αμέλειας, το προφίλ ανθρώπων που έκαναν ένα λάθος που στοίχισε τη ζωή σε κάποιον άλλο, ένα λάθος για αυτούς τραγικό, αλλά ταυτόχρονα θανάσιμο. Για εκείνο το χειρούργο που έκανε λάθος σε μια επέμβαση ρουτίνας με αποτέλεσμα να πεθάνει εκείνο το νεαρό αγόρι. Για εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα που αποδόθηκε σε εγκληματική αμέλεια του συγκυβερνήτη. Για τους εργαλάβους που έφτιαξαν την εξέδρα σε εκείνο το γήπεδο που κατέρρευσε γεμάτη από κόσμο. Μια στιγμή απώλειας ελέγχου, αφηρημάδας, κακής κρίσης, πανικού, που χαρακώνει ζωές αυτουργών και θυμάτων για πάντα. Φυσιολογικές ζωές που σταματάνε βίαια και άλλες που εκτροχιάζονται χωρίς γυρισμό. Μάζεψε όσες περισσότερες ιστορίες μπορούσε να μαζέψει και γέμισε ένα βιβλίο με αποκόμματα. Όσο περισσότερο έψαχνε, τόσα περισσότερα έβρισκε. Παντού, συχνά, για πάντα. Ένας γιγαντιαίος τόμος με επαναλαμβανόμενες ιστορίες, για το πόσο ανεξέλεκτα συνδεδεμένες είναι οι ζωές των ανθρώπων και πόσο τοξικές είναι κάποιες συναντήσεις ή κάποιες στιγμές, πόσο απροστάτευτες από το αναπόφευκτο, το τραγικό, το μοιραίο. Όσο μεγάλωνε η λίστα αυτή, τόσο χανόταν περισσότερο μέσα στην απεραντοσύνη των αρνητικών ενδεχομένων και ένιωθε να ζει σε ένα κόσμο χωρίς Θεό. Άσχετα αν ο κόσμος αυτός δημιουργήθηκε από Θεό, αν υπήρξε γενικά Θεός, εκείνος ήταν πεπεισμένος που εδώ και πολλά χρόνια, δεκαετίες, αιώνες, ο Θεός είχε σταματήσει να υπάρχει. Σαν να αρρώστησε κάποια στιγμή και ο χειρούργος του είχε κάνει θανάσιμο λάθος στην επέμβαση ή σαν να οδηγούσε και κάποιος να ήρθε και να έπεσε ξαφνικά κατά πάνω του από το αντίθετο ρεύμα.

καφέ με το φόβο

Δεν μιλάς με τον φόβο κάθε μέρα. Γι’αυτό και στην τελευταία του επίσκεψη, τον κάλεσα να έρθει μέσα να τον κεράσω ένα καφέ. Μαύρο τον πίνει τον καφέ, αλλά μαύρο τον πίνω και εγώ και έτσι δε φοβήθηκα. Την περισσότερη ώρα που μίλαγε προσπάθησα να ακούσω αυτά που είχε να πει και όχι τους μορφασμούς του. Μετά ανακάλυψα κάτι. Κάθε φορά που έκλεινα τα μάτια, αυτός σταμάταγε να μιλάει. Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να τον ακούω χωρίς να τον βλέπω για τον απλό λόγο ότι έτσι δε θα μπορούσα να εστιάσω στους μορφασμούς τους οποίους κανείς δεν μπορεί να αντέξει και περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα. Αν έχει μυαλό στο κεφάλι του δηλαδή.

Στην πραγματικότητα, ο τύπος που υποδύεται τον φόβο είναι μια χαρά παιδί. Μετά το ωράριο του, μιλήσαμε σαν δυο φιλαράκια και μου είπε τις δυσκολίες της δουλειάς του και το πόσα σεμινάρια τους κάνουν στο ινστιτούτο για να είναι πειστικοί οι μορφασμοί και τα εκφραστικά τους μέσα. Δύσκολες εποχές, αναφώνησα, χτυπώντας τον στον ώμο. Αλλά όλες οι δουλειές έχουν και τις δυσκολίες τους, του είπα με καθησυχαστικό τόνο και με τέτοια κρίση που καιρός για ανοίγματα. Τον συμβούλεψα να προσπαθήσει να ανταπεξέλθει και το ότι τόσοι άλλοι θα σκότωναν για να έχουν την δουλειά του και ας περιελάμβανε να κάνει κοινωνικό κακό όπως η δική του. Μου είπε ότι ειδικά τον τελευταίο καιρό βαράει τρελά ωράρια και στις υπερωρίες το αφεντικό του απαντάει με μορφασμούς αντί για ευρώ και πως θα πρέπει να με αφήσει τώρα γιατί έχει να πάει από 2-3 σπίτια απόψε και να προλάβει να βγει στην ώρα του στο δελτίο των 8. Μου είπε και το κανονικό του όνομα. Όχι φόβος, Φοίβος.

12/12/12: οκτώ ιστορίες για μια πλατεία

Μια νέα επίκαιρη συλλογή διηγημάτων κυκλοφορεί σήμερα ελεύθερα από την ανοικτή βιβλιοθληκη OPENBOOK.

Πρόκειται για οκτώ ιστορίες που διαδραματίζονται στην Πλατεία Συντάγματος τη σημαδιακή μέρα 12η Δεκεμβρίου 2012.

Συμμετέχω και εγώ με το διήγημα “o Δούρειος Ίππος”.

Κατεβάστε δωρεάν από εδώ: http://www.openbook.gr/2012/03/12-12-12.html